ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ» - ΙΙΙ. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ. E-mail
Ευρετήριο Άρθρου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ»
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
II. Η ΟΜΗΡΙΑ.
ΙΙΙ. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ.
V. ΟΙ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΙΟΙ ΗΣΑΝ
VΙ. Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ.
VΙΙ. H ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ «ΣΚΕ ΝΤΕΡΜΠΕΗ» ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Όλες οι Σελίδες

ΙΙΙ. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ.
Μέ ορμητήριο τό περίφημο κάστρο τής Κρόιας, ο Γεώργιος Καστριώτης κήρυξε, τήν 28η Νοεμβρίου 1443, μιά παράτολμη επανάσταση κατά τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία δέν άργησε νά εξαπλωθεί σέ αρκετές περιοχές τής ευρύτερης Ηπείρου, δηλαδή τής σημερινής Βορείου Ηπείρου και τής μέσης Αλβανίας αλλά και τής Βορειοδυτικής Μακεδονίας.
Την εποχή εκείνη, ο Σκεντέρμπεης περιγράφεται ως ένας φημισμένος ηγέτης /πολεμιστής, μέ πλούσια στρατιωτική αλλά και πολιτική εμπειρία, τον οποίο περιέβαλε ήδη ένα «φωτοστέφανο» κατορθωμάτων και θρύλων, γεγονός πού προσέλκυσε υπό τήν σημαία του (ερυθρή μέ μαύρο και λευκό δικέφαλο αετό κάτω από ένα εξάκτινο αστέρι), πλήθος Ηπειρωτών πολεμιστών χριστιανικού θρησκεύματος (Eλλήνων και Αλβανών), τους οποίους ένωνε τό μένος εναντίον τών Ασιατών επιδρομέωνκατακτητών, οι οποίοι επί πλέον ήσαν και αλλόδοξοι, δηλαδή Μωαμεθανοί.
Ο μύθος «βεβαίωνε» ότι, η μητέρα τού Σκεντέρμπεη κατά τήν γέννησή του ονειρεύτηκε πώς γέννησε ένα «δράκοντα», τού οποίου η κεφαλή βρυχόταν στα Ηπειρωτικά Κεραύνια όρη και η …ουρά του έφθανε στην Αδριατική θάλασσα, μέχρι και την Βενετία.
Ιστορείται ότι, ως νέος ακόμη, ο Γεώργιος Καστριώτης είχε μεγαλοπρεπή εμφάνιση, η δε ομορφιά τών χαρακτηριστικών του και το καλοκαμωμένο σώμα του, συνοδεύονταν από μιά εξαιρετική ρώμη. (Ιδέτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ», Τεύχος 14, σελ. 2431, Αθήναι 1968.)
Ο Ελληνας συγγραφέας Ανδρ. ΠαπαδόπουλοςΒρεττός, στο βιβλίο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΝΤΟΣ ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗ» «Εκδοσις ΝΕΑ»  Εν Αθήναις 1884, περιγράφει την παρουσία του ως εξής :
«Το ανάστημά του ήν γιγαντιαίον, η κεφαλή του εφαίνετο επάνωθεν τών υψηλοτέρων του στρατιωτών, είχε την ρίνα γρυπήν…, το μέτωπον πλατύ… Είχεν τά γένεια μακρά…»
Λέγονταν ακόμη μεταξύ άλλων ότι το σπαθί του («ασήκωτο» γιά έναν συνηθισμένο άνδρα), ήταν …«μαγικό» και ότι μέ μιά σπαθιά μπορούσε νά αποκεφαλίσει ταύρο ή νά κόψει «στά δύο» έναν σιδεροντυμένο ιππότη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αρκετές φορές, στις πολυάριθμες μάχες πού έδωσε ο «Σκεντέρμπεης» εναντίον τών Τούρκων αλλά και στην Ιταλία, όπου εκστράτευσε γιά να συνδράμει τον σύμμαχο και φίλο του βασιλέα Αλφόνσο τής Νεαπόλεως.
Είναι πιθανό ότι επρόκειτο γιά ένα από τά περίφημα «δαμασκηνά», δηλαδή τά ατσαλένια σπαθιά από τήν Δαμασκό τής Συρίας, πού κατασκευάζονταν μέ ειδική επεξεργασία και όπως είναι γνωστό κυριολεκτικά «έκοβαν σίδερα»…
Όμως, επειδή το εκτιθέμενο στό Μουσείο τού «Κάπο ντί Μόντε», στην Νεάπολη τής Ιταλίας, ως «μαγικό σπαθί τού Σκεντέρμπεη», είναι εμφανώς δυτικής τεχνοτροπίας, ενδέχεται να προέρχονταν από το Τολέδο τής Ισπανίας, όπου η κατασκευή σπαθιών είχε αποκτήσει αντίστοιχη ποιότητα και φήμη με εκείνη τής Δαμασκού. (Βέβαια, στήν περίπτωση τού «Σκεντέρμπεη», όπως θά δούμε και στήν συνέχεια, σημασία είχε τό «χέρι» πού κρατούσε τό όποιο σπαθί…)
Κηρύσσοντας λοιπόν, τό έτος 1443, τήν απροσδόκητη επανάστασή του κατά τών Οθωμανών Τούρκων ήδη κατακτητών τού μεγαλύτερου μέρους τής Βαλκανικής ο Γεώργιος Καστριώτης, συμμαχώντας και βοηθούμενος από τοπικούς ηγεμόνες και αρχηγούς «φαρών», οργάνωσε σύντομα κατά τρόπο θαυμαστό, ένα τακτικό στράτευμα περίπου 1516.000 ανδρών, το οποίο αποτελούσαν συμπατριώτες του, Ελληνες και Αλβανοί, κατανέμονταν δε, σε ελαφρύ ιππικό και πεζικό εξειδικευμένων δράσεων, τακτικού αλλά κυρίως ανορθόδοξου πολέμου .
Ηγούμενος αυτού τού σκληροτράχηλου στρατεύματος ο Σκεντέρμπεης, επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια (μέχρι την 17η Ιανουαρίου 1468, οπότε πέθανε ξαφνικά από ελονοσία), αντιμετώπισε νικηφόρα τις αλλεπάλληλες εναντίον του Τουρκικές εκστρατείες, στίς οποίες επικεφαλής τίθονταν οι επιφανέστεροι Οθωμανοί στρατηγοί αλλά και οι ίδιοι οι Σουλτάνοι Μουράτ Β’ και Μωάμεθ Β’. (Ο 2ος ήταν ο γνωστός πορθητής τής Κωνσταντινούπολης κατά το έτος 1453.)
Τό γεγονός ότι ιστορικά αναφέρονται υπέρ τις δέκαπέντε (15 !!!) Τουρκικές εκστρατείες εναντίον τού Γεωργίου Καστριώτη και τών συμπολεμιστών του, (ότι) οι Οθωμανικές εκστρατευτικές δυνάμεις ανέρχονταν κάθε φορά σέ πολλές δεκάδες χιλιάδες άνδρες και (ότι) επικεφαλής τών εκστρατειών έφθαναν στό σημείο νά τίθενται οι ίδιοι οι Σουλτάνοι, αποτελούν φανερές αποδείξεις τής σημασίας πού είχε γιά τήν Οθωμανική Αυτοκρατορία η δυναμική τής επανάστασης τού Σκεντέρμπεη και η αδήριτη γιά τούς Τούρκους αναγκαιότητα τής υποταγής του άλλως τής «πάση θυσία» εξόντωσής του.


Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι η «σπουδή» τών Τούρκων να κάμψουν την αντίσταση τού Σκεντέρμπεη, ήταν εύλογη διότι :
1. H διατήρηση τής ανεξαρτησίας ενός αρκετά μεγάλου τμήματος τής ευρύτερης Ηπείρου, όπως ήταν η περιοχή πού έλεγχαν τά στρατεύματά του, συντηρούσε άσβυστο το αγωνιστικό αντιστασιακό πνεύμα κατά τών Οθωμανών εισβολέων, σε όλη την «μόλις» κατακτημένη Βαλκανική χερσόνησο και απειλούσε διαρκώς, τούς αλλόφυλους κατακτητές, με νέες εξεγέρσεις.
2. Η απελεύθερη επικράτεια τού Σκεντέρμπεη, έχοντας «πλάτη» στην Αδριατική θάλασσα, διατηρούσε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας, εφοδιασμού και ενισχύσεων από την Ιταλία και, κατ’ επέκταση, από την λοιπή χριστιανική Ευρώπη.
3. Εφ’ όσον ο Σκεντέρμπεης είχε υπό τον στρατιωτικό του έλεγχο την Ηπειρωτική ακτή και επομένως το εκεί κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα («στενά» τού Οτράντο), προφανώς απέκλειε την δυνατότητα άμεσης αποβατικής επέκτασης τών Τούρκων εις βάρος τών ηγεμονιών και τών «δημοκρατιών» τής Ιταλίας, σε μιά εποχή (δεκαετία 14431453) κατά την οποία οι λαοί τους και οι ηγεμόνες τους δεν είχαν συνειδητοποιήσει τουλάχιστον στο βαθμό πού επιβάλλονταν τον καταστροφικό κίνδυνο πού αποτελούσε μιά Τουρκική εισβολή και κατοχή τών εδαφών τους και ήσαν ανέτοιμοι να τους αντιμετωπίσουν.
(Οντως, η «αναπόφευκτη» Οθωμανική εισβολή στήν νότια Ιταλία επιχειρήθηκε μετά τον θάνατο τού «Σκεντέρμπεη», κατά το έτος 1480, όμως τότε ευτυχώς οι πολιτικοστρατιωτικές συγκυρίες δεν επέτρεψαν στούς Τούρκους την επέκτασή της, εκτός από την κατάληψη και την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή τής ακμάζουσας Ιταλικής πόλεωςλιμένος τού Οτράντο, πού δεν ήταν άλλη από την αρχαιοελληνική πόλη τού Υδρούντος.)
Ωστόσο γιά να επανέλθουμε στά γεγονότα τής ιστορίας μας μετά τίς πρώτες εντυπωσιακές στρατιωτικές επιτυχίες τού Σκεντέρμπεη, με 1η σημαντική μάχη και νίκη του, την 29η Ιουνίου 1444, στήν τοποθεσία Τορβιόλο τής Βορείου Ηπείρου, ανάμεσα στις πόλεις Πόγραδετς και Ελβασάν (ιδέτε Ισμαήλ Κανταρέ, «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ», Εκδόσεις «Πορεία». Πρόλογος Νικ. Μπούτβα), έσπευσαν να ενταχθούν στίς τάξεις τού στρατού του και άλλοι ανεξάρτητοι Βαλκάνιοι πολεμιστές, όπως Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βούλγαροι, οι ηγεμόνες τών οποίων πρόσφατα είχαν υποκύψει στούς Τούρκους επιδρομείς.

Ετσι, γιά πρώτη ίσως φορά μετά από τά χρόνια τού αρχαίου Ηπειρώτη βασιλιά Πύρρου, δημιουργήθηκε στον Ηπειρωτικό χώρο, μιά εγχώρια οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, η οποία δεν είχε τά χαρακτηριστικά «ευκαιριακής» επιστρατεύσεως.
Πράγματι, φαίνεται ότι, ο στρατός τού Σκεντέρμπεη ήταν μια δύναμη συγκροτημένη και εκπαιδευόμενη να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα γιά δράση ώστε, αφ’ ενός να μην αφήνει στον δόλιο επιδρομέα δυνατότητες αιφνιδιασμών και αφ’ ετέρου να μπορεί εκείνη ως ετοιμοπόλεμη να τον αιφνιδιάζει, να τον πανικοβάλλει, να τού προξενεί οδυνηρές απώλειες και εν τέλει να τον τρέπει σε άτακτη φυγή, πέρα από τά πάτρια εδάφη.
Αποκαλυπτικό τής αγέρωχης αυτοπεποίθησης και τών μακρόπνοων επιδιώξεων τού Γεωργίου Καστριώτη, είναι ένα μοναδικό «ντοκουμέντο» αναντίρρητης αποδεικτικής αξίας τών ιστορικών στοιχείων πού επικαλούμαστε.
Πρόκειται γιά την η ίδια την ηγεμονική σφραγίδα του, όπου απεικονίζεται «Βυζαντινός» δικέφαλος αετός, ο οποίος έχει κάτω από τά νύχια του λύκο ή τσακάλι (έμμεση αλλά σαφής αναφορά στούς Ασιάτες Τούρκους επιδρομείς…), φέρει δε κυκλικά επιγραφή στην Ελληνική γλώσσα όπου (επί λέξει αλλά με αναγκαίες γραμματικές συντμήσεις) διαβάζουμε : «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΛΕΩ ΘΥ, ΑΥΤ. ΡΩΜ., Ο ΜΕΓ. ΑΥΘ. ΤΟΥΡ. ΑΛΒ. ΣΕΡΒΙ. Κ. ΒΟΥΛΓΑΡΙ.».
ΔΗΛΑΔΗ, ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ : «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ, ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΥΘΕΝΤΗΣ ΤΟΥΡΚΩΝ, ΑΛΒΑΝΩΝ, ΣΕΡΒΩΝ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ».
Η ιστορική αυτή σφραγίδα, η οποία εντοπίστηκε το έτος 1634 και εκτίθεται στο εθνικό μουσείο τής Κοπεγχάγης στην Δανία, είναι μπρούτζινη, σχήματος «ωοειδούς», έχει μήκος έξη εκατοστά και βάρος 280 γραμμάρια (ιδέτε ιστοσελίδα «Google» τού Διαδικτύου, (http : // en. Wikipedia. org / wiki / Skanderbeg αλλά και παρατιθέμενες φωτογραφίες), αποκαλύπτει και αποδεικνύει αναντίρρητα την Ελληνική γραφή αλλά και την Ελληνική «λαλιά», εκείνου τού μεγάλου Ηπειρώτη ηγέτηπολεμιστή.
Παράλληλα όμως, η ανωτέρω «κτητορική» επιγραφή τού Σκεντέρμπεη, με την επίσημη προβολή (πιό επίσημη δεν γίνεται…) τής Ελληνικής εκδοχής τής προσωνυμίας του, δηλαδή «Αλέξανδρος Βασιλεύς», αποκαλύπτει την πολιτειακή επιδίωξη τής επανάστασής του, δηλαδή την ανασύσταση τουλάχιστον κατ’ αρχήν τού Ελληνοβυζαντινού Δεσποτάτου τής Ηπείρου και τής Μακεδονίας, εν συνεχεία δε την επιδιωκόμενη «γύρωθεν» επέκτασή της στον Βαλκανικό χώρο, με στόχο την ένταξη σ’ αυτήν τών λαών της, οι οποίοι βρίσκονταν ήδη υπόδουλοι στον τυραννικό Οθωμανικό ζυγό.
Το ότι η επέκταση αυτή δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε, οφείλεται στην στρατηγική και πολιτική «μυωπία» τών τότε βασιλέων και λοιπών ηγεμόνων τής χριστιανικής Ευρώπης, ειδικότερα δε οφείλεται στήν αδίστακτη και κυνική (στην πρόταξη τών οικονομικών και εμπορικών ανταγωνιστικών συμφερόντων της…), πολιτική τής ναυτικής «δημοκρατίας» τής Βενετίας.
Πράγματι, η «Γαληνοτάτη» όπως την αποκαλούσαν η οποία κυριαρχούσε τότε στην Αδριατική θάλασσα, κατέχοντας στρατιωτικά τμήματα τών βορείων Ηπειρωτικών παραλίων πέραν τού Δυρραχίου, ενίσχυε μέν τον Σκεντέρμπεη αλλά προφανώς ενεγώντας υστερόβουλα μόνον όσο χρειάζονταν γιά ν’ αντιστέκεται στους Τούρκους μέσα στα στενά όρια τής μικρής επικράτειάς του, χωρίς όμως να αποκτά προϋποθέσεις γιά μιά ευρύτερη διεύρυνσηεπέκτασή της, πού η στρατηγική ιδιοφυία του ήταν βέβαιο ότι θα την επιτύγχανε.
Είναι πρόδηλο ότι οι Ευρωπαίοι «Φραγκολεβαντίνοι» θεωρούσαν ως «χειρότερη» πολιτειακή/εξουσιαστική εξέλιξη στην χερσόνησο τού Αίμου (ακόμη και από την επάρατη Οθωμανική επέκταση/κατάκτηση…), την σύσταση ενός ισχυρού Ελληνικού κράτους με βασιλέα έναν αγέρωχο και μη χειραγωγούμενο «Ρωμαιοβυζαντινό» άρχοντα, μακραίωνης ευγενούς Ελληνικής καταγωγής.
Κι αυτό διότι, προσλαμβάνοντας ο Καστριώτης την συμβολική ονομασία «Αλέξανδρος βασιλεύς», διακήρυττε σαφέστατα ότι θεωρούσε την επιδιωκόμενη βασιλεία του, ως «κληρονομική» αναβίωση και ιστορική συνέχεια τών αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων και Ηπειρωτών βασιλέων (κορυφαία μορφή τών οποίων υπήρξε βεβαίως ο Μέγας Αλέξανδρος) αλλά και τών πλέον πρόσφατων «Ρωμαίων», δηλαδή τών ΕλληνοΒυζαντινών αυτοκρατόρων.
Οπότε, είναι σαφές ότι, οι Δυτικοί «σύμμαχοί» του προτιμούσαν αντ’ αυτού ως αντιπάλους, τούς Οθωμανούς Σουλτάνους οι οποίοι, ναί μέν ήσαν επίφοβοι εχθροί τους και ήδη κατακτητές τών εδαφών τής Ελληνικής χερσονήσου αλλά δεν διέθεταν «κληρονομικούς τίτλους» κατοχής της και επομένως μπορούσαν «νόμιμα» να την διεκδικούν από αυτούς!!!
(Παρομοίως άλλωστε στην εποχή μας, οι σύγχρονοι «Φραγκολεβαντίνοι», δηλαδή οι Η.Π.Α και η Ευρωπαϊκή Ενωση, μεθόδευσαν, με κάθε δόλιο, αναίσχυντο και βίαιο τρόπο, τον κατακερματισμό τών Βαλκανικών λαών στα περιορισμένα πλαίσια αλληλοϋποβλεπόμενων κρατιδίων, με «ηγέτες» χειραγωγούμενα ανδρείκελα, υπό την απειλητική «γειτονία» μιάς υπερεξοπλισμένης από τους ίδιους και γι’ αυτό ασύδοτης και θρασύτατης Τουρκίας, πού διαρκώς βυσσοδομεί και καραδοκεί γιά να επανεπεκταθεί στα Βαλκάνια, στοχεύοντας να ανασυστήσει την αιμοχαρή Οθωμανική αυτοκρατορία τών βαρβάρων προγόνων της...)
Σε κάθε περίπτωση τότε ο μεγαλοφυής στρατηλάτης Γεώργιος Καστριώτης, βρέθηκε εξ αρχής αναγκασμένος να «ισοφαρίσει» τις αμείλικτες ανισότητες μεταξύ τού ολιγάριθμου στρατού του και τών τεράστιων Οθωμανικών στρατιών, με τις οποίες γνώριζε ότι, άμεσα θα έρχονταν αντιμέτωπος.
Ετσι λοιπόν, χωρίς να χάσει χρόνο, επέβαλλε υποχρεωτική στράτευση και σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση τών μαχίμων ανδρών, στίς περιοχές πού ήλεγχε μέσω τών συμμαχητών του «οπλαρχηγών» ενώ παράλληλα σχεδίασε και εφάρμοσε δοκιμασμένες (από την Ελληνική αρχαιότητα και την πιό πρόσφατη Βυζαντινή / Ακριτική παράδοση), στρατηγικές διεξαγωγής ανορθόδοξου πολέμου και μαχών, μέ συνδυασμούς τακτικών υποχωρήσεων και ξαφνικών αντεπιθέ σεων, με ευφυείς ενέδρες και τακτική «καμμένης γής», με κυκλωτικές κινήσεις και εξουθενωτικές νυκτομαχίες.
Επίσης, είναι αξιοσημείωτη η πολεμική τακτική τού Καστριώτη στήν αντιμετώπιση τών πολιορκιών τής Κρόιας, η οποία, χάρη στο εξαιρετικά οχυρό κάστρο της, αποτελούσε το κύριο αντιστασιακό προπύργιο τής επανάστασης, γι’ αυτό πολιορκήθηκε πολλές φορές και με ιδιαίτερη επιμονή από τά Οθωμανικά στρατεύματα, επικεφαλής τών οποίων είχαν τεθεί οι ικανότεροι Τούρκοι στρατηγοί αλλά και όπως ήδη προείπαμε οι ίδιοι οι Σουλτάνοι Μουράτ Β’ και Μωάμεθ Β’.
Ο Σκεντέρμπεης ποτέ δεν κλείστηκε στο κάστρο του στην Κρόια κατά την διάρκεια τών δυσβάστακτων αυτών πολιορκιών, αναθέτοντας την ηγεσία τών πολιορκημένων συμμαχητών του σε έμπιστους και αποδειγμένα ικανούς οπλαρχηγούς του, μεταξύ τών οποίων αναδείχθηκε ιδιαίτερα ο περίφημος «Κόντης» Ουρανός.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Καστριώτης επικεφαλής ευέλικτων στρατιωτικών τμημάτων (ελαφρών ιππέων και ορεσίβιων καταδρομέων), μετακινείτο συνεχώς στίς γύρω απάτητες οροσειρές, ελέγχοντας «περιμετρικά» την ευρύτερη περιοχή, εξοντώνοντας και λεηλατώντας τις εφοδιοπομπές τών Τούρκων ή «κεραυνοβολούσε» τίς στρατοπεδευμένες γύρω από την πολιορκημένη καστρόπολη Οθωμανικές στρατιές, τρομοκρατώντας τις με αιφνιδιαστικές νυχτερινές επιθέσεις και καταρρακώνοντας το ηθικό τους. (Ιδέτε σχετικά Ισμαήλ Κανταρέ : «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ», Εκδόσεις «Πορεία».)
Με την ευφυή αυτή στρατηγική και τακτική, ο Σκεντέρμπεης, αφ’ ενός συντηρούσε σε εγρήγορση και με υψηλό ηθικό τούς πολιορκημένους συμμαχητές του οι οποίοι δεν αισθάνονταν απομονωμένοι και αφ’ ετέρου, διατηρώντας την πρωτοβουλία τών πολεμικών κινήσεων, έλεγχε προσωπικά την συνοχή τών επισφαλών συμμαχιών του με τούς άλλους άρχοντεςοπλαρχηγούς, πολλοί από τούς οποίους δέχονταν συνεχείς δελεαστικές προτάσεις εξαγοράς τους εκ μέρους τών Τούρκων, προκειμένου να αποστατήσουν. (Αλλωστε, όπως είναι γνωστό, κάποιοι από αυτούς, δυστυχώς υπέκυψαν στον «πειρασμό»…)
Τέλος, ο Σκεντέρμπεης κατόρθωσε να οργανώσει (χάρη σε παλαιές φιλίες από την περίοδο τής ομηρείας του στην Οθωμανική «Αυλή»), άρτια «δίκτυα» ανιχνεύσεων και στρατιωτικής κατασκοπίας, τα οποία έφθαναν έως τήν Αδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε τών Οθωμανών μέχρι τό έτος 1453, οπότε κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη.
Αποτελεί χαρακτηριστική απόδειξη αυτού τού άριστου στρατηγικού σχεδιασμού και τής αποτελεσματικότητος τής τακτικής τού Καστριώτη, η «αγκίστρωση» και η παγίδευση (την 10η Οκτωβρίου 1445) μιάς ισχυρής Οθωμανικής στρατιάς υπό τον ΦιρούζΠασά, αποτελούμενης από είκοσι χιλιάδες ιππείς, στά στενά τού Πρίζεν, όπου βρίσκεται η συμβολή τών ποταμών Δρίνου και Μάτι, γιά να επακολουθήσει η ολοσχερής εξόντωσή της.
Ακολούθησε (την 27η Σεπτεμβρίου 1446), ο στρατηγικός εγκλωβισμός μιάς άλλης μεγάλης Οθωμανικής στρατιάς υπό τον ΜουσταφάΠασά, στην πεδιάδα τής πόλεως Οττονέτα όπου, μετά από νυκτερινό αιφνιδιασμό τού Σκεντέρμπεη, κατεσφάγησαν περί τούς πέντε χιλιάδες Τούρκοι, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίσθηκαν πανικόβλητοι. (Ιδέτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ», Τεύχος 14, σελ. 2431, Αθήναι 1968.)
Όμως, οι περιφανείς εκείνες νίκες τού Σκεντέρμπεη δεν «χαροποιούσαν», όλους τούς στρατιωτικούς αντιπάλους τών Τούρκων…
Οι δόλιοι Βενετοί δεν έπαψαν ποτέ να ενεργούν «πισώπλατα» εναντίον του και σε πολλές περιπτώσεις (πάντοτε προτάσσοντας το οικονομικό τους όφελος…), έφθασαν να εφοδιάζουν με τόν στόλο τους τις εκστρατευτικές εναντίον τού Σκεντέρμπεη δυνάμεις τών εχθρών τους Οθωμανών (…) αλλά και να συνομωτούν σε βάρος του (με την συνεργασία και κάποιων Αλβανών φυλάρχων), ιδιαίτερα όταν εκείνος αρνήθηκε, εν έτει 1447, να δηλώσει «φόρου υποτελής» στην «Γαληνοτάτη», ώστε να τεθεί υπό την …«προστασία» της.
Ο αγέρωχος Σκεντέρμπεης, όχι μόνο δεν υπέκυψε στούς ωμούς εκβιασμούς τους αλλά και δεν δίστασε ν’ αντιμετωπίσει ταυτόχρονα, τόσο τους Βενετούς όσο και τους Τούρκους όταν εκείνοι έχοντας συνάψει μεταξύ τους συνθήκες ειρήνης την άνοιξη τού έτους 1448, τού κήρυξαν τον πόλεμο, προφανώς «τελούντες εν συννενοήσει».
Ετσι λοιπόν, συγκεντρώνοντας ταχύτατα τις δυνάμεις του, ο Καστριώτης αποφάσισε να αντιμετωπίσει πρώτα στούς Βενετούς πού διέθεταν περί τους 14.000 άνδρες, οι περισσότεροι από τούς οποίους ήσαν μισθοφόροι Αλβανοί και συγκεκριμένα Γκέκηδες ή «Μιρδίτες», δηλαδή Χριστιανοί καθολικού δόγματος όπως και οι Βενετοί.
Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στην Ηπειρωτική καστρόπολη Σκούταρι την 3η Ιουλίου 1448 και ήταν σκληρή αλλά ο επαναστατικός στρατός τού Καστριώτη θριάμβευσε και οι αντίπαλοί του είχαν περισσότερους από δύο χιλιάδες νεκρούς και ισάριθμους αιχμαλώτους, τους οποίους εκείνος φερόμενος μεγαλόψυχα τούς άφησε ελεύθερους.
Μετά από αυτή την βαρειά στρατιωτική ήττα της, η Βενετία αναγκάσθηκε να ζητήσει ανακωχή και τελικά, την 4η Οκτωβρίου 1448, στην Βορειοηπειρωτική πόλη Αλέσιο, συμφωνήθηκε ειρήνη πολυετούς διάρκειας.
Εν τώ μεταξύ όμως, αμέσως μετά την μάχη στο Σκούταρι, ο Σκεντέρμπεης, στράφηκε εναντίον τών Τούρκων πού, εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμό του με τους Βενετούς, είχαν προελάσει ήδη μέχρι την Κρόια και την πολιορκούσαν.
Κινούμενος ταχύτατα ο Σκεντέρμπεης, έφθασε απροόπτα στα νώτα τους και τούς αιφνιδίασε μέσα στην νύχτα, ενώ οι πολιορκημένοι υπερασπιστές τής Κρόιας, με επικεφαλής τον φρούραρχο «Κόντη» Ουρανό, έκαναν έξοδο και απέκλεισαν κάθε δυνατότητα διαφυγής τών εχθρών.
Η συντριβή τών Οθωμανών ήταν ολοκληρωτική, με οδυνηρές απώλειες πού έφθασαν τις πέντε χιλιάδες νεκρούς και αντίστοιχους αιχμαλώτους, μεταξύ δε αυτών ήταν και ο αρχηγός τους ΜουσταφάΠασά. (Ιδέτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», Τεύχος 14, σελ. 2431, Αθήναι 1968, Giacomo de Antonellis.)
ΙV. OI BΑΘΕΙΕΣ ΠΡΟΓΟΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ
Τά περιγραφόμενα πιό πάνω σημαντικά στρατιωτικοπολιτικά γεγονότα (παντελώς άγνωστα γιά την διδασκόμενη Ελληνική ιστορία), επιβεβαιώνονται από σημαντικούς Ευρωπαίους ιστορικούς συγγραφείς και είναι πρόδηλο ότι δημιουργούν αφορμές γιά πολλά σύνθετα ερωτηματικά μεγάλης ιστορικής σημασίας.
Στον γράφοντα τουλάχιστον, ευθέως δημιουργούν τήν πεποίθηση ότι, η απροσδόκητη μεταστροφή τού Γεωργίου Καστριώτη, από τήν δελεαστική αναρρίχησή του στίς υψηλότερες βαθμίδες τής Οθωμανικής στρατιωτικής ιεραρχίας, στην αδήλου μέλλοντος ριψοκίνδυνη επιστροφή του στά πάτρια εδάφη και στήν κήρυξη μιάς επανάστασης από «μηδενική βάση», δεν είναι μία απλή «βλέποντας και κάνοντας» επιλογή του.
«Εδώ» δεν πρόκειται γιά την προσπάθεια διάσωσης τής μικρής κληρονομικής φεουδαρχικής επικράτειας τού πατέρα του, «έπαθλο» το οποίο ευχερώς θα μπορούσε να αξιώσει και να επανακτήσει ο Γεώργιος Καστριώτης, είτε από τον εγκάρδιο φίλο του Σουλτάνο Μουράτ Β’ γιά τις μέχρι τότε σημαντικές υπηρεσίες του στον Οθωμανικό στρατό είτε (εφ’ όσον απέδρασε από την ομηρεία του) με την «εγγύηση» τών Βενετών οι οποίοι «διακαώς» θα τον ήθελαν πολέμαρχο τών δικών τους στρατευμάτων.
Αντιθέτως, ο Σκεντέρμπεης ευθύς εξ αρχής διακηρύσσει (και η σφραγίδα του είναι αψευδής μάρτυρας σ’ αυτό…), ότι επιδιώκει την θεμελίωση μιάς επικράτειας απόλυτα ανεξάρτητης από τις «μεγάλες δυνάμεις» τής εποχής του (στις οποίες είτε προτείνει ισότιμη συμμαχία είτε όπως είδαμε δεν διστάζει να τις αντιμετωπίσει ευθέως με τά όπλα…), οπότε η αγέρωχη επιλογή του είναι προφανές ότι καθιστά το «διακύβευμά» του όχι απλώς ριψοκίνδυνο αλλά κυριολεκτικά θανάσιμο.
Επομένως, αυτή η «μη συνετή» επιλογή του πρέπει να υποκρύπτει κι άλλες μή αντιληπτές εκ πρώτης όψεως αιτιολογικές παραμέτρους τις οποίες επιβάλλεται να επισημάνουμε και ν’ αναλύσουμε.
Όπως προείπαμε, ο Γεώργιος Καστριώτης παραδόθηκε ως όμηρος στους Οθωμανούς περί το έτος 1428, δηλαδή σε ηλικία 23 ετών περίπου, γεγονός πού σημαίνει ότι, είχε ήδη λάβει πλήρη Ελληνοβυζαντινή παιδεία αλλά και άριστη στρατιωτική εκπαίδευση στην «αυλή» τού ηγεμόνα πατέρα του, εφ’ όσον οι ευγενείς νέοι τής εποχής εκείνης, από την εφηβεία τους ασκούνταν επισταμένως θεωρητικά και πρακτικά στα πολεμικά πράγματα.
(Η ιστορούμενη μέχρι θανάτου μονομαχία του με τον Σκύθη αρχηγό, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, επιβεβαιώνει «τού λόγου το αληθές»…)
Εν συνεχεία, οι πολεμικές γνώσεις τού νεαρού Καστριώτη δεν έμειναν «ανενεργείς» κατά την πολυετή ομηρεία του στην Οθωμανική αυλή, εφ’ όσον ο ίδιος ο Σουλτάνος Μουράτ Β’, θαυμάζοντας την έντονη προσωπικότητα και τις ιδιαίτερες ικανότητές του, είχε επιμεληθεί ο ίδιος για τήν πνευματική καλλιέργειά του και τήν ανώτερη θεωρητική στρατιωτική εκπαίδευσή του, αποβλέποντας στην ταχεία ανέλιξή του και την πλήρη ένταξή του στην ηγε τική τάξη τών Οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων.
Επομένως, η επιδιωκόμενη από το Σουλτανικό περιβάλλον επιμελημένη στρατιωτική αναβάθμιση τού Καστριώτη, ασφαλώς εμπεριείχε και την δυνατότητα τής άμεσης πρόσβασής του σε Βυζαντινά θεωρητικά στρατιωτικά συγγράμματα (λ.χ. «Τά Τακτικά» τού Αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ τού «Σοφού», το «Στρατηγικόν» τού Αυτοκράτορα Μαυρικίου και τού Βυζαντινού στρατηλάτη Κατακαλών «Κεκαυμένου», το «Περί παραδρομής πολέμου» τού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά κ.ά.), με αντίστοιχη γνώση πολύτιμων λεπτομερειών από παλαιούς πολέμους και σημαντικές μάχες, με «καθοδηγητικές» αναφορές σέ τακτικές και κατορθώματα ονομαστών στρατηγών τού ιστορικού παρελθόντος.
Δηλαδή, στοιχεία και γνώσεις τις οποίες, μιά ανερχόμενη κατακτητική/επεκτατική δύναμη (όπως υπήρξαν οι Οθωμανοί Τούρκοι τού 14ου και 15ου αιώνα), είχε τήν ανάγκη αλλά και τήν ευχέρεια νά «συλλέξει», λεηλατώντας τά αρχεία και τις βιβλιοθήκες δεκάδων σημαντικών Βυζαντινών / Ελληνικών πόλεων και φρουρίων, τόσο στήν Μικρά Ασία όσο και στήν Βαλκανική χερσόνησο.
Εξ ίσου σημαντικές και πολύτιμες στρατιωτικές γνώσεις ή πληροφορίες είχαν «αντλήσει» οι Οθωμανοί και από επιφανείς Βυζαντινούς άρχοντεςστρατηγούς, οι οποίοι (δεν είναι άγνωστο…) «πρόθυμα» εξισλαμίστηκαν και με τον ζήλο τού «εξωμότη», οικειοθελώς προσέφεραν τίς «καλές» τους υπηρεσίες (στρατιωτικές και πολιτικές), στούς Τούρκους κατακτητές.
Αλλωστε, οι πρώιμοι Βυζαντινοί κρατούντες, όντες οι ίδιοι μετεξελιγμένοι «Ρωμαίοι» τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας («κληρονόμου» και αυτής τών Ελληνιστικών Βασιλείων τών Σελευκιδών, τών Πτολεμαίων και τών Μακεδόνων), όλες εκείνες τις γνώσεις, πληροφορίες και μνήμες τις είχαν «διδαχθεί» από τούς ένδοξους Ελληνες στρατηλάτες τής Αρχαιότητας και από τις περί αυτών καταγραφές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. (Λ.χ. Αρριανού «Τέχνη Τακτική», Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις», Αιλιανού «Στρατηγικά» κ.λπ.)
Πράγματι, είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι επιφανείς Βυζαντινοί στρατιωτικοί ηγήτορες (λ.χ. Βελισάριος, Ναρσής, Κατακαλών «Κεκαυμένος», Ιωάννης Κουρκούας, Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Τσιμισκής, Νικηφόρος Ουρανός, Γεώργιος Μανιάκης, Αλέξιος Στρατηγόπουλος κ.ά.), εφάρμοζαν στρατηγικές και τακτικές τού Μιλτιάδη, τού Κίμωνα, τού Αγησιλάου, τού Επαμεινώνδα, τού Ιφικράτη, τού Φιλίππου, τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και τού Πύρρου, οι οποίοι δικαίως εθεωρούντο ιστορικά (μαζί με τον Καρχηδόνιο Αννίβα και τούς Ρωμαίους, Σκιπίωνα και Ιούλιο Καίσαρα), οι μέγιστοι στρατηλάτες τού ιστορικού παρελθόντος.
Προκειμένου να γίνει αντιληπτό ακόμη και από τους αδαείς περί τα στρατηγικά και στρατιωτικά πράγματα, το τι σήμαινε αρχαιοΕλληνική οργάνωση στρατού, θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την εισαγωγή τού εξειδικευμένου βιβλίου, «Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ», τού Δρ. Μανούσου Εμμ. Καμπούρη (Εκδ. Αθήνα 2008) όπου περιγράφεται ότι :
«…Ο στρατός του Αλεξάνδρου υλοποίησε ταυτόχρονα όλες τις μέχρι τότε καινοτομίες σε οπλισμό, εκπαίδευση, οργάνωση, διοίκηση, θετικές επιστήμες, μαθηματικά, ιατρική, τακτική, στρατηγική, λογιστική, επιμελητεία, οικονομική και πολιτική θεωρία, πολεοδομία, ναυπηγική. Διεξήγε ολοκληρωτικό πόλεμο και, αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, δεν ήταν πολύ διαφορετικός από τους υπόλοιπους ελληνικούς στρατούς της εποχής του…»
(Όμως) «Η πολεμική μηχανή του Φιλίππου και μετά του Αλεξάνδρου, ….σφυρηλάτησε σε μια ενιαιότητα, την τακτική ιδιοφυϊα του Ξενοφώντα και του Επαμεινώνδα, τις εκπαιδευτικές και πειθαρχικές διαδικασίες του Πελοπίδα, την επιχειρησιακή και οργανωτική σκέψη του Ιάσονα των Φερών, τις καινοτομίες του Ιφικράτη, την επιμελητειακή και διοικητική ιδιοφυϊα του Διονυσίου Α’ των Συρακουσών, την ηρωϊκή παράδοση των Ομηρικών επών και του Λεωνίδα, την συστηματική χρήση τολμημάτων και την επιβράβευση τής πρωτοβουλίας τού Δημοσθένη και τού Βρασίδα και την στρατηγική προοπτική και εμπειρία τού Αγησιλάου…»
Γίνεται λοιπόν ευχερώς κατανοητό ότι, εφ’ όσον ο Γεώργιος Καστριώτης, διδασκόμενος και εκπαιδευόμενος στήν Οθωμανική στρατιωτική «Ακαδημία», εγκολπώθηκε τις εν λόγω γνώσεις, πληροφορίες και στρατηγικές και στην συνέχεια με τήν ιδιαίτερη στρατηγική του ιδιοφυία επάξια τίς εφάρμοσε στα πεδία τών μαχών, τ α υ τ ό χ ρ ο ν α έγινε γνώστης τής ιστορικής αξίας και τής διαχρονικής σπουδαιότητος εκείνων τών εμπνευσμένων αρχαίων στρατηλατών, οι οποίοι «έτυχε» νά ήσαν Ελληνες, ειδικότερα δε, ο Αλέξανδρος και ο Πύρρος υπήρξαν «ΗπειροΜακεδόνες» όπως και ο ίδιος.
Ας έρθουμε στήν θέση ενός νέου άνδρα, τόσο προικισμένου και ικανού πνευματικά, ψυχικά και σωματικά, όπως μάς τόν περιγράφουν τά ιστορικά στοιχεία, τόν οποίο ωριμάζουν πρώιμα, τά όσα «καταιγιστικά» γεγονότα τών αρχών τού 15ου αιώνα βιώνει.
Δηλαδή, τούς άνισους προγονικούς αγώνες, τήν πατρική στρατιωτική ήττα, την βίαιη ομηρεία τού ιδίου και τών αδελφών του, τον «τραυματικό» εξισλα μισμό του και ακόμη τό νεοβαρβαρικό Τουρκικό περιβάλλον όπου, γιά τήν ανέλιξη τών εξισλαμισμένων ομήρων, ίσχυε ο αμείλικτος κανόνας : «ο θάνατός σου, η ζωή μου».
Να επισημάνουμε ακόμη, την πρόδηλη ισχυρή μνήμη και θέλησή του, χάρη στις οποίες παρέμειναν «νωποί» οι συναισθηματικοί του δεσμοί μέ την ιδιαίτερη πατρίδα του και τούς οικείους του, την κρυμμένη οργή του γιά τις εν ψυχρώ δολοφονίες τών αδελφών του και την αδυναμία φανερής αντιδράσεώς του σ’ αυτές, μέσα στον ασφυκτικό κλοιό τής Οθωμανικής «αυλής», στην οποία ασφαλώς δεν έπαυε να είναι «υπό επιτήρηση» παρά την προσωπική Σουλτανική ευμένεια.
Ας συναθροίσουμε στά εν λόγω δεδομένα τήν «επικίνδυνη» γνώση του γιά τήν ένδοξη Ελληνική ιστορική του «κληρονομιάρίζα», μέσω τών πολύτιμων στρατιωτικών γνώσεων και πληροφοριών τις οποίες οι ίδιοι οι επικυρίαρχοι Τούρκοι τού παρείχαν γιά το δικό τους όφελος και συμφέρον, «επικυρώθηκε» δε μέ τήν εγκωμιαστική προσωνυμία τών στρατηγικών ικανοτήτων του η οποία και τον «σφράγισε» ιστορικά. («Σκεντέρμπεης» = «Αλέξανδρος άρχων»).
Σε όλα αυτά τά στοιχεία που σκιαγραφούν το πλαίσιο όπου ανδρώθηκε ως όμηρος ο νεαρός Καστριώτης αλλά συνθέτουν και την δυναμική τής διαμόρφωσης τού χαρακτήρα του, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την εκ τών έσω άριστη πληροφόρηση, γνώση και εκτίμησή του, γιά τίς όποιες στρατιωτικές αδυναμίες και μειονεκτήματα τών Οθωμανών Τούρκων.
Ο ιστορικός Περικλής Ροδάκης (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα  «Κλέφτες και Αρματωλοί» Τομ. Α’, σελ. 89) γράφει σχετικά:
«Η πείρα που απέκτησε (ο «Σκεντέρμπεης») στόν τούρκικο στρατό γιά τήν δύναμη τής Τουρκίας, τόν έπεισε ότι οι Τούρκοι δέν ήσαν αήττητοι. Γνώριζε καλά τίς αδυναμίες τού τούρκικου στρατού και είχε προσωπική πείρα γιά τήν αντίσταση τών λαών στήν τουρκική κατάκτηση. Η Τουρκία είχε μπεί πλέον στήν 2η φάση τών κατακτήσεών της. Οι κατακτημένοι λαοί τής προβάλλουν τώρα αντίσταση...»
Πράγματι, εκείνη την εποχή, με την κατάληψη τής Θεσσαλονίκης από τον Σουλτάνο Μουράτ Β’ (έτος 1430) ολοκληρώνεται η Οθωμανική κατάκτηση τής κεντρικής Μακεδονίας και μέρους τής Ηπείρου και ο σκληρός τουρκικός ζυγός πού επιβλήθηκε στις αστικές / αγροτικές περιοχές της, υποχρέωσε τό υπόδουλο πλέον, Ελληνικό πληθυσμιακό στοιχείο, σε μαζική φυγή προς τις απρόσιτες ορεινές και, επομένως, περισσότερο ασφαλείς περιοχές.
Γράφει σχετικά ο Ελληνας ιστορικός συγγραφέας Κων/νος Βακαλόπουλος :
«…Η Πίνδος, ο Γράμμος, το Βέρμιο, ο Ολυμπος, τά Πιέρια, τά Χάσια αρχικά αλλά και οι άλλοι, πιό απόμακροι ορεινοί όγκοι τής Μακεδονίας και τής ευρύτερης Ηπείρου στην συνέχεια, αποτέλεσαν το έσχατο καταφύγιο γιά μεγάλες συμπαγείς μάζες καταδιωγμένων Ελληνικών πληθυσμών, πού εξ αρχής αγωνίζονταν τόσο γιά την ελεύθερη επιβίωσή τους όσο και γιά την διατήρηση τής εθνικής συνείδησής τους, αρνούμενοι τον εύκολο δρόμο τού εξισλαμι σμού.» (Ιδέτε Κων.Α.Βακαλόπουλου : «ΕΠΙΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ  ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ», Εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, έτος 1988, σελ. 3031.)
Παράλληλα, ο συνεπώνυμός του ιστορικός Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του «Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» (Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσου τού Αίμου, Θεσσαλονίκη 1985), συμπληρώνει γιά την ίδια εποχή:
«Τά ψηλά βουνά έσωσαν τότε την Ελλάδα. Από την Μακεδονία ως την Κρήτη, τά βουνά, τά οποία ο «Κοσμάς Αιτωλός», γι’ αυτόν τον λόγο, θα τά ονομάσει ευλογημένα…».

Αλλά και η Ελληνίδα ιστορικός, Μαρία ΝυσταζοπούλουΠελεκίδου, στο πολύ ενδιαφέρον δοκίμιό της «ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ» (Εκδοση Κέντρου Σπουδών Ν.Α. Ευρώπης, Αθήνα 1988, σελ.27), ορθά επισημαίνει :
«…Αμέσως μετά την Τουρκική κατάκτηση, εκδηλώνεται μια φυγή των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας και της Ηπείρου, πού εκδηλώνεται προς δύο κατευθύνσεις : Aρχικά προς τις ελεύθερες ακόμη ή φραγκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές και προς την Ιταλία ή γενικότερα προς την Δύση… Ένα δεύτερο κύμα στράφηκε προς τά ορεινά και απόκεντρα μέρη του εσωτερικού όπου, μακρυά από τον έλεγχο και την καταπίεση του κατακτητή, θα μπορούσαν να επιβιώσουν.
Αυτό το δεύτερο κύμα ήταν περισσότερο πολυάριθμο και σημαντικό και προκάλεσε αληθινό ξερίζωμα των Ελληνικών πληθυσμών.»
(Όμως) «Αυτή η φυγή στο εσωτερικό της χώρας είχε τεράστια εθνική σημασία, γιατί εμπόδισε την εξωτερική μετανάστευση, διαφύλαξε την καθαρότητα του γένους και ευνόησε την ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου κατά τους πρώτους και πιο σκληρούς αιώνες της Οθωμανικής δουλείας.»
Ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε ότι, η δυσπρόσιτη ορεινή Ελλάδα και ιδιαίτερα η Ηπειρος, από πολύ ενωρίτερα αποτελούσε καταφύγιο τών «απροσκύνητων» και λίκνο αντιστάσεως τών Ελληνικών πληθυσμών σε κάθε εποχή και μορφή δεσποτισμού, τέτοια δε υπήρξε και η δογματική ανθελληνική Βυζαντινοκρατία, τουλάχιστον μέχρι και τά χρόνια τής Μακεδονικής δυναστείας, δηλαδή μέχρι τόν 10ο αιώνα και κατά το πρώτο μισό τού 11ου αιώνα.
Ετσι λοιπόν, διαβάζουμε στό σπάνιο Χειρόγραφο τού Μιχαήλ Ψελλού από τήν Ανδρο, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος τού αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ τού «Σοφού». (Δεν πρόκειται γιά τον γνωστό Μιχαήλ Ψελλό, φιλόσοφο και συγγραφέα τού 11ου αιώνα, στον οποίο αναφερόμαστε πιό κάτω…) :
«…Εκπαλαι οι παίδες τής Ελλάδος απάσης άχρι Ηπείρου, εστάθησαν …απειθείς εις τάς προσταγάς είτε τής παλαιάς Ρώμης είτε τής νέας…».
«…Αυτοί ήτον αρκετοί ως ανδρειωμένοι να αντισταθούν ακόμη και με πόλεμον. Οθεν εν ευκολία δεν επείθοντο εις τάς προσταγάς των βασιλέων…»

«Διά τούτο και κατά τον καιρόν Κωνσταντίνου τού Κοπρώνυμου, εκλήθησαν Αγραφα τά ορεινά αυτών μέρη, επειδή όχι μόνον δεν υπέγραψαν (την υποταγήν των) αλλά και τους (αυτοκρατορικούς) εξάρχους εις Τρίκαλα Θεσσαλίας, θανάτω μαχαίρας παρέδωσαν…»
(Τό ανωτέρω χειρόγραφο βρέθηκε στό μοναστήρι τής Παναγίας Προυσιώτισσας και το μνημονεύει ο Κων/νος Σάθας στό βιβλίο του «Κυπριακά»…)
Οντας λοιπόν ο Σκεντέρμπεης (γιά να επανέλθουμε στο ιστορικό ζήτημα πού ερευνούμε), ήδη υψηλόβαθμος αξιωματούχος τής Οθωμανικής στρατιωτικής ιεραρχίας και έχοντας σημαντικό ενεργό ρόλο στίς πολεμικές κατακτητικές επιχειρήσεις τών Τουρκικών στρατιών στην ευρύτερη περιοχή τών Βαλκα νίων, είναι πρόδηλο ότι «εισέπραττε αφυπνιστικά» την εικόνα τών τραγικών κοινωνικών συνθηκών διαβιώσεως τών υπόδουλων Μακεδονικών και Ηπειρωτικών πληθυσμών, πού ήξερε καλά ότι ήσαν συμπατριώτες του και τά δεινά τους έπλητταν οδυνηρά τις καταγωγικές του μνήμες και ευαισθησίες.
Παράλληλα, οι πολεμικές αυτές επιχειρήσεις τών Οθωμανών κατακτητών, στις οποίες ο Σκεντέρμπεης συμμετείχε «εκώνάκων», τόν έφεραν και σε άμεση πολεμική αντιπαράθεση πρός παλαιούς συμμαχητές τού πατέρα του Ιωάννη Καστριώτη αλλά και δικούς του μελλοντικούς συμμάχους οι οποίοι μάχονταν ηρωϊκά τούς Τούρκους στα βουνά τής Δυτικής Μακεδονίας και τής Ηπείρου, μέχρι την σημερινή βόρεια Αλβανία, όπως λ.χ. ο Γεώργιος ΑριανίτηςΚομνηνός και αρκετοί άλλοι Τουρκομάχοι οπλαρχηγοί.
Η πολεμικήαντιστασιακή αξιοσύνη τους τόν «διαβεβαίωσε» ότι, σ’ αυτούς τούς ομοφύλους του αρειμάνιους πολεμιστές μπορούσε να στηρίξει την μελλοντική επανάστασή του την οποία προφανώς, σχεδίαζε «εξαντλητικά» στό νού του επί χρόνια αντλώντας τις στρατιωτικές δυνάμεις πού θα χρειάζονταν γιά ν’ αντιμετωπίσει με επιτυχία τούς Οθωμανούς δυνάστες.
Καθ’ όσον μάς αφορά λοιπόν, είναι ολοφάνερο πώς, όταν ο Γεώργιος Καστριώτης ξεκίνησε μιά ριψοκίνδυνη «όλα γιά όλα» επανάσταση, γιά νά συστήσει (κατ’ αρχήν) ένα ανεξάρτητο Ηπειρωτικό κράτος υπό τήν ηγεμονία του αλλά και αποβλέποντας (όπως ήδη αναλύσαμε αλλά και η ιστορική σφραγίδα του «επικυρώνει»…), στην μελλοντική δημιουργία μιάς ευρύτερης εδαφικά και πληθυσμιακά «μεταΒυζαντινής» αυτοκρατορίας, είχε ήδη επιβεβαιώσει στα μύχια τής μεγάλης ψυχής του, κατ’ αρχήν το «ασύμβατο» τής εθνικής του καταγωγής και τού φιλελεύθερου χαρακτήρα του, εν σχέσει πρός τήν Ασια τική βαρβαρότητα τής Οθωμανικής αυλής.
Παράλληλα όμως, εξ ίσου βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι, ο Σκεντέρμπεης είχε πλήρως συνειδητοποιήσει τήν σημασία τής ιστορικής καταγωγής του από εκείνους τούς θρυλικούς αρχαίους Ηπειρώτες προγόνους του στούς οποίους (όπως εν συνεχεία θα δούμε), συχνά με υπερηφάνεια αναφέρονταν εγγράφως και γιά τήν επιτυχία τού σκοπού του εφάρμοσε «πιστά» τίς αξεπέραστες στρατηγικές και τακτικές τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τό παράδειγμα τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και τού Πύρρου, ο Σκεντέρμπεης στίς μάχες διοικούσε τά στρατεύματά του από τήν «πρώτη γραμμή», πολεμώντας έφιππος και προκαλώντας μόνο μέ τήν εμφάνισή του πανικό στούς Τούρκους, αξίζει δέ ν’ αναφερθεί ότι ήταν ακαταμάχητος στίς μονομαχίες, στίς οποίες συχνά προκαλούσε τούς αρχηγούς τών αντιπάλων στρατευμάτων.
Ιστορείται ότι σε μάχη εναντίον μεγάλης Τουρκικής στρατιάς 70.000 (!!!) ανδρών, μέ αρχηγό τόν Αλβανό εξωμότη Μπαλαμπάν, ο Σκεντέρμπεης τόν προκάλεσε σέ μονομαχία και κυριολεκτικά «τόν έκοψε στή μέση» μέ μιά σπαθιά (…) εν συνεχεία δέ μονομάχησε μέ τόν ανηψιό τού Μπαλαμπάν, τόν οποίο επίσης κατέκοψε μέ τό θρυλικό σπαθί του.
Ας σημειωθεί μάλιστα ότι τό κατόρθωμά του αυτό συνέβη τήν 27η Απριλίου 1467, όταν ο Σκεντέρμπεης ήταν ήδη 62 ετών (!!!) και δυστυχώς δεν έμελλε να ζήσει παρά μόνο μερικούς μήνες ακόμη.
Αυτές οι συχνές «Ομηρικές» μονομαχίες και οι αντίστοιχες νίκες τού Σκεντέρμπεη, είχαν καταλυτικές ψυχολογικές συνέπειες γιά τό ηθικό τών Τούρκων εισβολέων, στήν συγκεκριμένη δε μάχη όλη εκείνη η τεράστια Οθωμανική στρατιά τράπηκε σέ άτακτη φυγή, παρόμοια όπως η «προσωπική» επέλαση τού Αλεξάνδρου εναντίον τού ίδιου τού Δαρείου (τό έτος 332 π.Χ. στήν Ισσό αλλά και τό έτος 331 π.Χ. στά Γαυγάμηλα), έτρεψε σέ πανικόβλητη φυγή τόν Πέρση «Μεγάλο Βασιλέα» Δαρείο και εν συνεχεία όλο τόν απειράριθμο Περσικό στρατό.



 

Σήμερα είναι:

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Συνδεδεμένοι τώρα:

Έχουμε 14 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αυτόματη Μετάφραση

Greek English French German Italian

Γίνε μέλος



RocketTheme Joomla Templates