ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ» - V. ΟΙ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΙΟΙ ΗΣΑΝ E-mail
Ευρετήριο Άρθρου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ»
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
II. Η ΟΜΗΡΙΑ.
ΙΙΙ. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ.
V. ΟΙ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΙΟΙ ΗΣΑΝ
VΙ. Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ.
VΙΙ. H ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ «ΣΚΕ ΝΤΕΡΜΠΕΗ» ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Όλες οι Σελίδες

V. ΟΙ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ  ΠΟΙΟΙ ΗΣΑΝ
Αλλά όσο κι αν ο Σκεντέρμπεης ήταν μιά εξαιρετική περίπτωση στρατηγικής μεγαλοφυίας και οι ιστορικοπολιτικές συνθήκες τής εποχής τού επέτρεψαν να αξιοποιήσει τις σπάνιες στρατιωτικές ικανότητές του, είναι σαφές ότι χρειάζονταν και αντάξιους επιτελείςσυναγωνιστές, προκειμένου να ενεργοποιήσει και να υλοποιήσει τούς μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς του.
Πράγματι, όπως προαναφέραμε, συμμαχητές κατά την έναρξη τής επανάστασης τού 1443 και κατά τούς πολυετείς πολεμικούς αγώνες πού επακολούθησαν, ο Γεώργιος Καστριώτης είχε σημαντικούς Ηπειρώτες Ελληνες και Αλβανούς άρχοντες«οπλαρχηγούς».
(Η 1η επαναστατική συνέλευση έγινε στήν πόλη Lezhes, τής σημερινής μέσης παράλιας Αλβανίας  ιδέτε Kristo Frasheri : «Skanderbeu  Jeta dhe vepra», σελ. 136, όπου βεβαίως «Lezhes» δεν είναι παρά η «μετεξέλιξη» στά σημερινά Αλβανικά, τής ονομασίας τής αρχαίας Ελληνικής πόλης Λισσός…)
Ως σημαντικότεροι από εκείνους τούς γενναίους συναγωνιστές τού Σκεντέρμπεη (Ιδέτε και Fan S. Noli : «HISTORIA E SKENDERBEUT»  Kryezotitte Arberise 14051468. Εκδ. 2004, σελ. 35 και 41), αναφέρονται οι εξής:
Gjergj και Konstandin Arianiti, Konti Vrana, Theodor Korona, Pal και Gjergj StresBalsha, Pal Dukagjini, Nikola Dukagjini, Lek Zaharia, Lek Dushmani, Pjeter Spani, Gjon Muzhaqi, Pjeter Emmanueli, Zaharia Gropa, Pal και Gjin Maneshi, Franco Koleti, Andrea Perllati, Andrea και Τanush Thopia, Stefan Cernovic και άλλοι.
Ωστόσο, διαβάζοντας τά ανωτέρω ονοματεπώνυμα στην σύγχρονη Αλβανική γλώσσα (η οποία όπως προείπαμε αποδόθηκε «γραπτά» μόλις στα τέλη τού 19ου αιώνα), ελάχιστοι σύγχρονοι ιστορικοί ερευνητές Ελληνες ή άλλοι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να διακρίνουν «με την πρώτη ματιά» την πραγματική εθνικότητα τών περισσοτέρων από εκείνους τούς πρωτεργάτες τής επανάστασης τού Σκεντέρμπεη.
Αλλωστε, αυτό ακριβώς εκμεταλλεύονται οι σύγχρονοι Αλβανοί σωβινιστές, οι αυτοαποκαλούμενοι και «Σκιπετάροι», στα πολλά σύγχρονα Αλβανικά βιβλία πού έχουν εκδόσει και στις ευάριθμες «ιστοσελίδες» τους στό διαδίκτυο, όπου εμφανίζουν («αντιστάσεως μη ούσης»…), αναφέροντάς τους, τον μεν Γεώργιο Καστριώτη, ως …«Αλβανό βασιλιά», τούς δε οπλαρχηγούςσυμμαχητές του, ως «Αλβανούς φυλάρχους».
Όμως, η εθνικότητα τών εν λόγω οπλαρχηγών τού Σκεντέρμπεη (όπως άλλωστε και τού ίδιου…), είναι σαφέστατη εάν αποδώσουμε τά ονοματεπώνυμα αυτά στην Ελληνική γλώσσα, την οποία όλοι τους μιλούσαν και σ’ αυτήν έγραφαν τότε, ασχέτως εάν οι περισσότεροι παράλληλα ήσαν «δίγλωσσοι», έχοντας ως δεύτερη γλώσσα (όμως μόνο προφορική), την Αλβανική.
Διότι αυτό πού συνέβη στην προκειμένη και όχι μόνο περίπτωση, είναι η σημερινή «Αλβανοποίηση» τών ονομάτων εκείνων τών Βορειοηπειρωτών οπλαρχηγών, τά οποία στην μεγάλη πλειοψηφία τους είναι ακραιφνώς Ελληνικά.
Ιδού λοιπόν «αποκρυπτογραφημένοι» με την ισχύουσα νύν αλλά και τότε Ελληνική γραφή, οι πιό πάνω Ηπειρώτες Ελληνες πολέμαρχοι : Γεώργιος Αριανίτης και (ο γυιός του) Κωνσταντίνος Αριανίτης, «Κόντης» Ουρανός, Θεόδωρος Κορώνης, Παύλος και Γεώργιος ΣτρέσιοςΜπάλτσας (συγγενείς τού Σκεντέρμπεη και αρχηγοί τών Χιμαριωτών), Παύλος και Νικόλαος ΔούκαςΓκίνης, Ζαχαρίας και Δούσμανης Λέκκας, Πέτρος Σπανός, Ιωάννης Μουζάκης, Πέτρος Εμμανουήλ, Ζαχαρίας Γκρόπας, Παύλος Μάνεσης, Φραγκίσκος Κωλέτης, Ανδρέας Περλάτος (και αρκετοί άλλοι).
Όπως εκθέτουμε με λεπτομέρειες σε επόμενο κεφάλαιο τού βιβλίου μας, τά περισσότερα από τά ανωτέρω επώνυμα τά «συναντούμε» μέχρι σήμερα σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, εφ’ όσον επρόκειτο για πολυάριθμες «φάρες» οι οποίες, μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη και την επικράτηση των Οθωμανών στον Ηπειρωτικό χώρο, υποχρεώθηκαν να μετοικήσουν «συν γυναιξί και τέκνοις», προκειμένου να αποφύγουν την εκδικητική μανία τών κατακτητών, τα παιδομαζώματα και τους εξισλαμισμούς.
Εύλογα δε, επέλεξαν ως ασφαλείς τόπους «απόκρυψής» τους, τόσο τις ορεινές και απρόσιτες περιοχές τής Ελλάδος όσο και αυτές τής Κάτω Ιταλίας, όπως το Βασίλειο τής Νεαπόλεως, την Απουλία, το Ρηγίο, την Καλαβρία και την Σικελίας όπου ήδη το Ελληνικό στοιχείο ήκμαζε εκεί από αιώνες.
Ωστόσο, στούς ανωτέρω αρειμάνιους Ηπειρώτες οπλαρχηγούςπολεμιστές τού Σκεντέρμπεη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τ ό σ ο τόν «Χαμουζά» ή «Χαμζά» Καστριώτη («μικρανηψιό» τού Σκεντέρμπεη), αρχηγό τού ελαφρού ιππικού με σημαντική πολεμική δράση, ο οποίος όμως αργότερα δυστυχώς αυτομόλησε στούς Τούρκους και ηγήθηκε Τουρκικής στρατιάς εναντίον τών συμπατριωτών του (…) ό σ ο και την Ελένη Καστριώτη, αδελφή τού Σκεντέρμπεη («Μαμίτσα» γιά τούς Αλβανούς), για την οποία ιστορείται ότι έφερε πολεμική στολή, συμμετείχε στις μάχες και εν τέλει φονεύθηκε μαχόμενη.
(Ιδέτε και Fan S. Noli : «HISTORIA E SKENDERBEUT», σελ. 37, 70 και 79.)
Αλλά ποιοί ήσαν αυτοί οι άρχοντες  οπλαρχηγοί, μιάς περιορισμένης σε έκταση (επομένως και σε αντίστοιχη αριθμητική στρατιωτική ισχύ) περιοχής, οι οποίοι στήριξαν πρόθυμα μιά τόσο άνιση επανάσταση ενάντια στην μεγαλύτερη στρατιωτική υπερδύναμη τής εποχής τους πού μέσα σε 150 χρόνια είχε «σαρώσει» όλους τούς αντιπάλους της σε Μικρά Ασία και Βαλκανική, διακινδυνεύοντας τά πάντα με τήν συμμετοχή τους σ’ αυτήν;;;
Κάποιοι ιστορικοί έγραψαν ότι η Οθωμανική αυτοκρατορική εξουσία δεν είχε «χώρο» γι’ αυτούς τούς ανυπότακτους «Ρωμαιοβυζαντινούς» τοπικούς άρχοντεςφεουδάρχες και όπου επικρατούσε, τούς εξόντωνε ή τούς υποχρέωνε σε εξισλαμισμό, οπότε ήταν ζήτημα επιβιώσεως (τών ιδίων και τών προνομίων τους), η επανάσταση και η αντίσταση στόν Τούρκο κατακτητή.
Σεβαστή και εν μέρει ορθή η άποψη αυτή, ωστόσο δ ε ν αρκεί γιά να «εξη γήσει» ο ύ τ ε τό «αποννενοημένο» τής επανάστασης τού Σκεντέρμπεη (ο οποίος, όπως προείπαμε, κάλλιστα, θα μπορούσε να επιλέξει τήν δελεαστική καλοπέραση τής Σουλτανικής «αυλής» και το ελκυστικό μέλλον τού εξισλαμισμένου εξωμότη, αντί να παίξει το κεφάλι του «κορώνα  γράμματα»…) ο ύ τ ε τίς απροσδόκητες επιτυχίες και τήν απίστευτη χρονολογικά διάρκειά της.
Εμείς θεωρούμε ότι κάτι άλλο ήταν το αποφασιστικό στοιχείο τής ιδιαιτερότητάς της, γι’ αυτό και πέρα από την εμβάθυνσή μας στα χαρακτηριστικά στοιχεία τής προσωπικότητας τού ίδιου τού Σκεντέρμπεη, εκτιμούμε ότι είναι σημαντικό να γνωρίσουμε (εφ’ όσον, «εκ τού όνυχος τον λέοντα…) και κάποιους από τούς «επώνυμους» επιτελείς του οι οποίοι εξ αρχής τόν πλαισίωσαν στους μακροχρόνιους αγώνες του, αναφερόμενοι ενδεικτικά σε κάποιους εξ αυτών και κατ’ αρχήν στόν επιφανέστερο από αυτούς, τόν παλαίμαχο «Τουρκομάχο» Γεώργιο Αριανίτη  Κομνηνό.
Η σύγχρονη Αλβανική ιστοριογραφία, προσεγγίζοντας επιφανειακά (και προφανώς υστερόβουλα…), τις αναφορές τις σ’ αυτόν, τόν προβάλλει ως έναν σεβαστό «φύλαρχο» πολυμελούς Αλβανικής «φάρας» ο οποίος είχε επικυριαρχία σε μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή τής σημερινής Νότιας Αλβανίας με επίκεντρο το Ελβασάν (αρχαία Ελληνική πόλη Δαυλία…) και είχε μιά προηγούμενη «ακαθόριστη» πολεμική δράση εναντίον τών Οθωμανών Τούρκων.
Όμως, τά ιστορικά στοιχεία αποκαλύπτουν «άλλα» δεδομένα καταγωγής και δράσεως τού Γεωργίου ΑριανίτηΚομνηνού, τού οποίου και μόνο το ονοματεπώνυμο υποδηλώνει αδιάψευστη Ελληνικότητα.
Πράγματι (όσο κι αν τό γεγονός αυτό φαίνεται «απίστευτο»…), η Ελληνοβυζαντινή οικογένεια τών Αριανιτών υφίσταται «επωνύμως» και δρά στρατιωτικά στήν περιοχή τής Δ.Μακεδονίας και τής Ηπείρου, ήδη 450 (!!!) χρόνια π ρ ί ν από τήν εποχή πού περιγράφουμε.
(Γιά τήν οικογενεία Αριανίτη, ιδέτε και το «Νεώτερο Επίτομο Λεξικό», Εκδόσεις «ΗΛΙΟΣ», σελ. 551.)
Στήν διάρκεια αυτών τών «ταραγμένων» αιώνων, πολλοί πολεμιστές από την συγκεκριμένη Ελληνική αρχοντική οικογένεια, διακρίθηκαν στούς αγώνες εναντίον τών Σλαύων και τών Βουλγάρων, ο δε απώτερος γνωστός γενάρχης της, ο στρατηγός και πατρίκιος Δαυϊδ Αριανίτης, υπήρξε από τούς ικανότερους επιτελείς τού πλέον ένδοξου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ τού επονομαζόμενου και «Βουλγαροκτόνου», ο οποίος βασίλευσε κατά την ιστορική περίοδο τών ετών 9761025 μ.Χ.
[ Διευκρινίζουμε εδώ ότι, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ ήταν εκείνος ο οποίος, μετά από πολυαίμακτους πολεμικούς αγώνες, πού διήρκεσαν τριάντα (30) και πλέον χρόνια, συνέτριψε τούς Βουλγάρους, απελευθερώνοντας μεγάλες περιοχές τής Θράκης, τής Μακεδονίας και τής Ηπείρου όπου οι Ελληνικοί πληθυσμοί υπέφεραν τά πάνδεινα από τις Βουλγαρικές επιδρομές, με τις σφαγές, τις λεηλασίες και τούς εξανδραποδισμούς πού αυτές συνεπάγονταν.
Αλλά δεν ήταν μόνο ασύγκριτος πολεμικός ηγέτης, εκείνος ο «χαλκέντερος» αυτοκράτορας, ο οποίος βασίλευσε ένδοξα σχεδόν επί πενήντα χρόνια!!!
Η πατρική του συμπεριφορά πρός τις λαϊκές τάξεις, από τις οποίες «αντλούσε» τους πολεμιστές του πού τον λάτρευαν, έμεινε παροιμιώδης, είναι δε γνωστό ότι με καίριες νομοθετικές ρυθμίσεις προσπάθησε να εξισορροπήσει τις εξουθενωτικές κοινωνικές ανισότητες τής φεουδαρχικής εποχής του.

Ειδικότερα, ο περίφημος νόμος του γιά το «αλληλέγγυον», δηλαδή γιά την επιβολή τής υποχρεώσεως στούς μεγαλογαιοκτήμονες τής αυτοκρατορίας να αναλαμβάνουν τά φορολογικά βάρη τών μικροκαλλιεργητών τής περιοχής τους, τά παιδιά τών οποίων θυσιάζονταν στους πολέμους ή έμεναν ανάπηροι πολέμου, είναι διαχρονικής διδαχής και σημασίας.
Δεν είναι δε «απορίας άξιον» ότι εξ αιτίας τού νόμου αυτού, εκείνος ο σπουδαίος αλλά και φιλολαϊκός αυτοκράτορας ήλθε σε σφοδρή αντιπαράθεση, τόσο με τούς πάμπλουτους φεουδάρχες τής εποχής του όσο και με τό δογματικό ιερατικό κατεστημένο που τούς υποστήριζε, αναγκάζοντάς τους (όμως) να υποκύψουν εμπρός στην χαλύβδινη αποφασιστικότητά του.
Και επειδή κάποιοι σύγχρονοι ιστοριομύωπες αμφισβητούν τήν Ελληνικότητα τής καταγωγής τού Βασιλείου «Βουλγαροκτόνου», πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι, πέρα από τον Ελληνικής καταγωγής προπάππο του, τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α’ τον Μακεδόνα, η μητέρα του η περίφημη Θεοφανώ ήταν Ελληνίδα, γόνος αρχοντικής Μανιάτικης οικογένειας και παρά τις αντιρρήσεις τού Ιερατείου τής Βυζαντινής Εκκλησίας, επέμενε να την αποκαλούν «Σπαρτιάτισσα» ή «Λάκαινα».  Ιδέτε Βασ. Μισύρη : «Από το παρελθόν τού Ελληνικού Λαού», Εκδόσεις «ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ», Αθήνα 2004, σελ. 89.]
Ας πληροφορηθούμε λοιπόν, τι αναφέρουν γιά τον στρατηγό τού Βασιλείου Βουλγαροκτόνου, τον Δαυϊδ Αριανίτη, οι ιστορικοί Χρήστος Παναγιωτόπουλος και Ηλίας Αναγνωστάκης, σε μιά γλαφυρή στην ανάγνωσή της, ιστορική μονογραφία («ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», Τεύχος 27, Νοέμβριος 1998) :
«…Με την υποταγή της βόρειας Βουλγαρίας στα τέλη τού έτους 1002 μ.Χ., ολοκληρώθηκε η κύκλωση των εναπομεινάντων Βουλγαρικών εδαφών. Ο αυτοκράτορας ικανοποιημένος από την έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων κατευθύνθηκε με το επιτελείο του και τον κύριο όγκο των στρατευμάτων του στην Θεσσαλονίκη όπου πέρασε τον χειμώνα του 10021003. Η θέση του Διοικητή της Θεσσαλονίκης είχε μείνει κενή λόγω της αποστολής του στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού στην Αντιόχεια. Την θέση αυτή ανέλαβε με εντολή τού αυτοκράτορα, ο πατρίκιος Δαυϊδ Αριανίτης…»
Επομένως, υπό τις διαταγές εκείνου τού ένδοξου αυτοκράτορα τών «Ρωμαίων», διακρίνεται ο ΕλληνοΒυζαντινός στρατηγός Δαυϊδ Αριανίτης, γιά τόν οποίο ιστορείται ότι εν συνεχεία κατά τά έτη 10151018 μ.Χ., επί κεφαλής Βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων, μάχεται νικηφόρα κατά τού τελευταίου Τσάρου τών Βουλγάρων Ιβάν Βλαδισλάβ, απελευθερώνοντας τίς Ελληνικές πόλεις/φρούρια, Καστοριά, Φλώρινα και Μοναστήρι. ( Ιδέτε Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, «Ιστορία τής Μακεδονίας», Θεσσ/νίκη 1983, σελ. 106.)
Παράλληλα, στην ιστορική μονογραφία τού σύγχρονου Ελληνα Ιστορικού Γ.Καρδαρά : «Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος  Το απόγειο τής Βυζαντινής Δύναμης» διαβάζουμε :
«…Η συνέχεια τής πορείας τού αυτοκράτορος Βασιλείου ήταν ένας θριαμβευτικός περίπατος… Κατευθύνθηκε προς τά Σκόπια όπου εγκατέστησε ως νέο «κατεπάνω» τής Βουλγαρίας τον στρατηγό και πατρίκιο Δαυϊδ Αριανίτη...»
Όμως και έτερος σημαντικός συμμαχητής τού Σκεντέρμπεη, ο «Κόντης» Ουρανός, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, προφανέστατα ήταν απόγονος άλλου Ελληνοβυζαντινού στρατηγού, τού περίφημου Νικηφόρου Ουρανού ο οποίος, επικεφαλής μεγάλης Βυζαντινής στρατιάς, είχε συντρίψει κατά το έτος 997 μ.Χ. τόν Βούλγαρο «Τσάρο» Σαμουήλ, σε πολύνεκρη μάχη, παρά τόν Σπερχειό ποταμό (λίγα χιλιόμετρα βόρεια από τις Θερμοπύλες…) και όπως είδαμε παραπάνω, το έτος 1002 μ.Χ. μάχονταν στην άλλη άκρη τής αυτοκρατορίας, στην Αντιόχεια τής Συρίας, εναντίον τών Αράβων.
Καθ’ όσον δε αφορά το προσωνύμιο «Κόντης», πρόδηλα ήταν ο τίτλος πού έφερε κληρονομικά η Ελληνοβυζαντινή οικογένεια τών Ουρανών και η αναφορά του ως …κυρίου ονόματος τού συγκεκριμένου οπλαρχηγού οφείλεται στην άγνοια πού είχαν οι αρχικοί ιστοριογράφοι πού κατέγραψαν τά γεγονότα τής εποχής τού Σκεντέρμπεη αλλά και στην αντίστοιχη άγνοια τών νεώτερων Αλβανών ιστορικών οι οποίοι εξέλαβαν τον συγκεκριμένο βυζαντινό τίτλο ευγενείας ως κύριο όνομα και έτσι μάς προέκυψε ο …Αλβανός φύλαρχος «Konti Urana» ή «Vrana».
Στην «Ιστορία τού Ελληνικού Εθνους» (Εκδοτική Αθηνών, Τόμος Θ’, σελ. 282), διαβάζουμε ότι :
«…Οι Κόντοι και οι Κεφαλάδες ήταν αξιώματα και τίτλοι διοίκησης που παραχωρούσαν οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες σε σημαντικούς επιτελείς τους...».

Η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνεται και από το «Χρονικό τού Μορέως», τού Πέτρου Κολονάρου, όπου στους στίχους 678683 διαβάζουμε :
«…Ορίζει, γράφει γράμματα σ’ εκείνον τον μαρκέσιν (Μαρκήσιο)
ωσαύτως και εις τους έτερους κοντάδες, κεφαλάδες…»
(Χαρακτηριστική ανάμνηση εκείνου τού Βυζαντινού τίτλου ευγένειας, είναι η προσφώνηση «κόντες», η οποία διασώζεται ακόμη στά νησιά τού Ιονίου, ως ένδειξη σεβασμού και τιμής προς τον προσφωνούμενο...)
Αλλωστε, η ανωτέρω ανιστορική μετατροπή τίτλου ευγενείας σε κύριο όνομα, δεν είναι η μοναδική, γεγονός πού μάς επιτρέπει να διερωτηθούμε γιά την πιθανή σκοπιμότητά τους.
Στην περίφημη «Αλεξιάδα» τής Αννας Κομνηνής αναφέρεται ότι κατά την άμυνα τού Δυρραχίου κατά τών Νορμανδών επιδρομέων, εν έτει 1081 μ.Χ., ο πατέρας της ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός: «…την πόλεως φρουράν …ανέθετο τώ εξ’ Αρβάνων ορμωμένω Κομισκόρτη…»
Και βεβαίως είναι πασίγνωστο ότι «Κόμης (τής) Κόρτης» ήταν ρωμαϊκόβυζαντινό αξίωμα στρατιωτικού άρχοντα και ακόμη ότι τά «Αρβανα» ήσαν διοικητική περιφέρεια στην βόρειο Ηπειρο, μεταξύ Δελβίνου και Χιμάρας. (Ιδέτε Αθαν. Ψαλίδα (17671829) «Γεωγραφία», Ηπειρωτικά Χρονικά, Ετος 1931.»)
Ωστόσο, αρχικά οι παλαιότεροι Ευρωπαίοι ιστορικοί και αργότερα οι νεώτεροι Αλβανοί ομόλογοί τους πού ασχολήθηκαν με τά περιγραφόμενα στην «Αλεξιάδα» γεγονότα, παραγνωρίζοντας τον συγκεκριμένο Βυζαντινό στρατιωτικό τίτλο, τον μετέτρεψαν σε …κύριο όνομα, εμφανίζοντας ως «ιστορικό γεγονός» την υπεράσπιση τού Δυρραχίου, εν έτει 1081 μ.Χ., από τον πρώτο αναφερόμενο ιστορικά «Αλβανό» (επειδή κατάγονταν από τά «Αρβανα» ή «Αλβανα»), ο οποίος δήθεν είχε το κύριο όνομα «Κομισκόρτης»!!!
(Ιδέτε, Ερ. Λ. Βρανούση, «ΚΟΜΙΣΚΟΡΤΗΣ Ο ΕΞ ΑΡΒΑΝΩΝ», Εκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1962.)
Βεβαίως, η παρουσία ΕλληνοΒυζαντινών στρατιωτικών αρχόντων στην ευρύτερη Ηπειρο, ως εκπροσώπων διοίκησης τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είναι γνωστή και επιβεβαιωμένη ιστορικά.
Ομως υπήρξε μιά εποχή κατά την οποία η Ηπειρος απετέλεσε κατ’ εξοχήν χώρο εγκατάστασης και δράσης πολυάριθμων Ελληνοβυζαντινών οικογενειών και περί αυτών τών γεγονότων, πού επιβεβαιώνουν και επεξηγούν τά λοιπά στοιχεία τής ιστορίας τού Σκεντέρμπεη όπως στην συνέχεια τα περιγράφουμε θα επικαλεστούμε το μοναδικό στό είδος του βιβλίο τού Κωνσταντίνου Σάθα, «Ελληνες Στρατιώται εν τη Δύση» (Εκδόσεις «ΦΙΛΟΜΥΘΟΣ», Αθήνα 1993), όπου αναφέρονται τά εξής :
«…Μετά την κατάληψη τής Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Βενετούς το έτος 1204 μ.Χ., οι περισσότεροι κάτοικοί της κατέφυγαν στην Ηπειρο, μεταξύ δε αυτών ήσαν και γόνοι σημαντικών οίκων τού Βυζαντίου, όπως οι Κομνηνοί, οι Δαλασσηνοί, οι Σεβαστοί, οι Αγγελοι, οι Μελισσηνοί, οι Δούκες και πολλοί άλλοι…»
( Επισημαίνουμε ότι, από την μεγάλη οικογένεια τών Δαλασσηνών προέρχονταν και η Μαρία Δαλασσηνή, μητέρα τού αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού, από δε την επίσης σπουδαία οικογένεια τών Μελισσηνών η ονομαστή Ευδοκία, η οποία στέφθηκε το 768 μ.Χ. στο πλευρό τού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’.)
Επόμενο ήταν λοιπόν, μεταξύ τών ανωτέρω επιφανών Βυζαντινών που εγκαταστάθηκαν τότε στην ευρύτερη Ηπειρο και τών τοπικών «Ρωμαίων»Ηπειρωτών αρχόντων, να υπάρξουν αρκετές επιγαμίες και έτσι προέκυψαν κοινοί απόγονοι πού έφεραν μικτά επώνυμα, όπως ο ανωτέρω Γεώργιος ΑριανίτηςΚομνηνός, ο Νικόλαος ΔούκαςΓκίνης και άλλοι στους οποίους θ’ αναφερθούμε στην συνέχεια.
Συνεπώς, οι ενδεικτικές αναφορές σε συγκεκριμένους συμμαχητές τού Σκεντέρμπεη, αποκαλύπτουν ότι δ ε ν επρόκειτο γιά κάποιους τυχαίους «Αλβανούς» φεουδάρχες πού επαναστάτησαν αποκλειστικά γιά τά «στενά» συμφέροντά τους και συγκυριακά «πήραν τά όπλα» γιά νά τά προστατεύσουν.
Η εξαιρετικά εμβριθής στις ιστορικές της έρευνες, σύγχρονη Ελληνίδα συγγραφέας Μαρία ΜιχαήλΔέδε, στο σημαντικό βιβλίο της, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ» ( Εκδόσεις «ΔΩΔΩΝΗ», Αθήνα 1997 ), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
«…Τόν 15ο αιώνα, ο εθνικός ήρωας τής (σημερινής) Αλβανίας, Γεώργιος ΚαστριώτηςΣκεντέρμπεης, αυτοαπεκαλείτο ταυτόχρονα και «Ηπειρώτης» και «Αλβανός». Ο βιογράφος του από την Σκόδρα Μαρίνος Μπαρλέτιος τον αποκαλούσε «PRINCEPS EPIROTARUM» (Πρίγκιπα τών Ηπειρωτών).
(Όμως) «…Ο Καστριώτης, ήξερε πολύ καλά την καταγωγή του… και την διακήρυσσε, επικαλούμενος τον Ελληνισμό του σε δύσκολες στιγμές, με ύψιστη σημασία για τον αγώνα του…».
«…Μέσα στην επικράτειά του περιλαμβάνονταν τά φέουδα και οι εκτάσεις τών Μουζάκηδων, τών Αριανιτών, τών Μπάλτσα και, φυσικά, τών ίδιων τών Καστριωτών και από τους πληθυσμούς αυτών τών εδαφών στρατολόγησε τους αγωνιστές του…».
«…Ελληνες αρχηγοί δέσποζαν στον χώρο αυτόν και (επομένως) μπορούσαν να στρατολογούν γενναίους και φιλελεύθερους μαχητές από εκεί…».
«…Με όλα όσα δημιουργήθηκαν μεταξύ αυτού και τών άλλων αρχηγών, πού άλλωστε αρκετοί ήσαν και συγγενείς του, άρα Ελληνες, έως ένα βαθμό εξ’ αίματος, όπως ο Μπάλτσας ή εξ’ αγχιστείας όπως οι Αριανίτες, (όλων δε) τελικά, ο μεγάλος τους στόχος ήταν απελευθερωτικός…»
«…Αυτών έγινε αρχηγός ο Γεώργιος Καστριώτης και είναι φυσικό, αφού είχε πληρέστατη γνώση και ακέραια συνείδηση τής Ελληνικής του καταγωγής» (εφ’ όσον) «…επανηλειμμένα διακήρυξε τον Ελληνισμό του…, καθορίζοντας ως επίσημη γλώσσα τού κράτους του την Ελληνική γλώσσα και μ’ αυτήν την γλώσσα μιλούσε και έγραφε γιά την προγονική ΗπειροΜακεδονική του καταγωγή…».
Απόλυτα επιβεβαιωτικό ιστορικό στοιχείο τών παραπάνω καταγραφών, αποτελεί η διακήρυξη πού απηύθυνε αυτοπροσώπως ο Γεώργιος Καστριώτης πρός τόν Πάπα και τούς Καρδιναλίους τής Λατινικής Εκκλησίας, λίγα έτη πρίν από τον απροόπτο θάνατό του.
( Ιδέτε Κων/νου Σάθα, «ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ», σελ.17, όπου αναφέρονται τά ακόλουθα :)
«…Ο μέγας τής Ηπείρου ηγεμών Γεώργιος ο Καστριώτης, τοσάκις κατασυντρίψας τάς τρομεράς τού Μωάμεθ φάλαγγας, ...μάτην δ’ επικαλεσθείς την συνδρομήν τής Χριστιανοσύνης, απεφάσισεν ίν’ αυτοπροσώπως μεταβή εις την Ρώμην… Παρουσιασθείς ενώπιον τού Πάπα και τών Καρδιναλίων ο Σκενδέρβεης, εξώρκισεν αυτούς εις τον κατά τού Μωάμεθ πόλεμον …ως εξής :
«Μετά την καταστροφήν τής Ασίας και τής Ελλάδος, μετά την σφαγήν τών ηγεμόνων τής Κωνσταντινουπόλεως, τής Τραπεζούντος, τής Σερβίας, τής Βοσνίας και τής Μολδοβλαχίας, μετά την υποδούλωσιν τής Πελοποννήσου και τού μεγαλυτέρου μέρους τής Μακεδονίας και τής Ηπείρου, έμεινα μόνος εγώ μετά τού αδυνάτου και μικρού κράτους μου, με τους στρατιώτας μου εξηντλημένους εκ τόσων πολέμων, κατεστραμμένους εκ τόσων μαχών, ώστε η Ηπειρος δεν διατηρεί πλέον ουδέν μέρος υγιές ίνα λάβη νέας πληγάς και δεν τής έμεινε πλέον αίμα ίνα χύση υπέρ τού χριστιανικού λαού.»
«Εις την Μακεδονίαν ταύτην, την γενέτειραν τοιούτων ηγεμόνων και στρατηγών, δεν μένει άλλο ειμή μόνον η ημετέρα ανδρεία και ψυχή ακαταδάμαστος. Δράμετε λοιπόν προς βοήθειάν μας, εν όσω ένει καιρός…».
Αποκαλύπτεται και επιβεβαιώνεται λοιπόν, από την συνθετική προσέγγιση τών ανωτέρω ιστορικών στοιχείων ότι, τόσο ο Γεώργιος Καστριώτης όσο και οι αρειμάνιοι οπλαρχηγοί συμμαχητές του, οι οποίοι τόν πλαισίωσαν σε εκείνους τούς φοβερούς αντιτουρκικούς επαναστατικούς αγώνες του, ήσαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκπροσώπων Ηπειρωτικών «πατριών» (κυρίως Ελληνικών αλλά βεβαίως και Αλβανικών και Σερβικών), με μακραίωνη γενοφυλετική αγωνιστική παράδοση αλλά και βαθειά συνείδηση τής ηθικής υποχρέωσής τους να μάχονται «πάση δυνάμει», υπερασπίζοντας μέχρι τέλους τήν ιδιαίτερη πατρίδα τους.
Δηλαδή, να μάχονται υπερασπίζοντας ενσυνείδητα τήν ευρύτερη περιοχή τής καταγωγής τους και τούς συγγενείςσυμπατριώτες τους, έστω στα πλαίσια μιάς φεουδαρχικής αντιλήψεως πού επί αιώνες είχε καθιερώσει το «Ρωμαϊκό» (Βυζαντινό) αυτοκρατορικό σύστημα εξουσίας / διακυβερνήσεως, κατά πολύ διαφοροποιημένο όμως στην εποχή πού περιγράφουμε, γι’ αυτό και πρέπει να ερευνήσουμε «πώς» και «γιατί» αυτό έγινε κατορθωτό.



 

Σήμερα είναι:

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Συνδεδεμένοι τώρα:

Έχουμε 13 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αυτόματη Μετάφραση

Greek English French German Italian

Γίνε μέλος



RocketTheme Joomla Templates