ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ» - VΙ. Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ. E-mail
Ευρετήριο Άρθρου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ»
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
II. Η ΟΜΗΡΙΑ.
ΙΙΙ. Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ.
V. ΟΙ ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΠΟΙΟΙ ΗΣΑΝ
VΙ. Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ.
VΙΙ. H ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ «ΣΚΕ ΝΤΕΡΜΠΕΗ» ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Όλες οι Σελίδες

VΙ. Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ.
Είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι, ύστερα από τήν δόλια κατάληψη τής Κωνσταντινούπολης από τούς Φράγκους και Βενετούς το έτος 1204 (και παρά τήν ανακατάληψή της, το έτος 1258 από τον Ελληνα πολέμαρχο Αλέξιο Στρατηγόπουλο, στο όνομα τού αυτοκράτορα τής Νίκαιας, Μιχαήλ Παλαιολόγου), η κεντρική Βυζαντινή εξουσία ε ί τ ε «απουσιάζει» πλέον από την περιοχή τού σημερινού Ελλαδικού χώρου ε ί τ ε είναι σκιώδης και συχνά καταλύεται και υποκαθίσταται από διάφορους αναπάντεχους επιδρομείς, όπως Noρμανδούς, Καταλανούς και Αραγωνέζους ή από τους «συνήθεις υπόπτους» Βουλγάρους.
Ο Ρώσος ιστορικός Α.Βασίλιεφ, στο μνημειώδες έργο του, «Ιστορία τής Βυζα ντινής Αυτοκρατορίας» (Εκδόσεις Μπεργαδή, Τόμος Β’ σελ. 852) γράφει σχετικά :
«…Λόγω τής φεουδαλικής εξελίξεως τής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε αρχίσει πρίν από τους Παλαιολόγους, ο μέχρι τότε καλά οργανωμένος κεντρικός κρατικός μηχανισμός, εξασθένησε σιγάσιγά και μερικές φορές το «Ιερόν Παλάτιον» (δηλαδή η Κεντρική εξουσία τής Κωνσταντινούπολης) δεν είχε σχεδόν τίποτε να κάμη, δεδομένου ότι, η Αυτοκρατορία ήταν διηρημένη και αδιοργάνωτη σε πολύ μεγάλο βαθμό.»
Συνεπακόλουθα, την αντίσταση κατ’ αυτών τών «απρόσκλητων» επιδρομέων και την αντίστοιχη προστασία τών γηγενών πληθυσμών τής ηπειρωτικής Ελλάδος, αναλαμβάνουν, αρχικά το «τοπικό υποκατάστατο» τής Βυζαντινής εξουσίας, δηλαδή το «Δεσποτάτο τής Ηπείρου» τής δυναστείας τών «Αγγέλων  Κομνηνών» με έδρα την Αρτα και όταν αυτό (κατά το έτος 1340) καταρρέει, η ευθύνη περνά «στους ώμους» τοπικών αρχόντων Ελληνοβυζαντινής καταγωγής και συνειδήσεως.
Οι άρχοντες εκείνοι όμως, από την εποχή τής «Φραγκοκρατίας» και εφ’ εξής, ολοένα και περισσότερο αναγκάζονται να βασιστούν γιά την συγκρότηση και στελέχωση τής στρατιωτικής τους δυνάμης, σε γηγενείς συμπατριώτες τους και πολύ λιγώτερο σε αλλογενή ή μισθοφορικά στρατεύματα πού (δέν) στέλνει η κεντρική Βυζαντινή εξουσία, εφ’ όσον η ίδια ολοένα φθίνει από τις ατελείωτες εξουσιαστικές και θρησκειολογικές έριδες, μέχρι το αναπόφευκτο τέλος της, κατά το έτος 1453, με την κατάληψη τής Πόλης από τούς Τούρκους.
O Aγγλος συγγραφέας Donald Mc Nikol, στο βιβλίο του : «Το τέλος τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» (σελ. 3435, Εκδόσεις «Ινστιτούτο τού βιβλίου»), γράφει γιά την πολιτική, κοινωνική, διοικητική και στρατιωτική κατάσταση που δημιουργήθηκε στον Ελλαδικό χώρο στην εποχή (έτος 1282) τού θανάτου τού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου :
«…Η βασιλεία του υπογράμμιζε το επιμύθιο που οι διάδοχοί του έπρεπε να αποδεχθούν, δηλαδή ότι η αυτοκρατορία δεν μπορούσε πιά να διοικηθεί σαν μία ενότητα από μία συγκεντρωτική γραφειοκρατεία. Το πνεύμα τής τοπικής αυτονομίας είχε θεριέψει πολύ…»
Η συγγραφέας Αννα Δημητρίου στο βιβλίο της : «Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία» (Εκδόσεις ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ, Ετος 1992, σελ.150151) είναι απόλυτα «εύστοχη» όταν γράφει ότι :
«Ο υπόδουλος (στους Φράγκους και Ενετούς) Βυζαντινός Ελληνισμός, χρειάζονταν πρότυπα για τόνωση του πεσμένου ηθικού του και για το ξεκίνημα αντίστασης ενάντια στους κατακτητές…»
«Και τα πρότυπα αυτά μόνο στους μέχρι χθές εξοστρακισμένους μεγάλους αρχαίους προγόνους του θα τά εύρισκε. Στο ηρωϊκό και δοξασμένο παρελθόν του…».
Αλλά και ο Απόστολος Βακαλόπουλος, γράφει γιά το ίδιο θέμα :
«…Από την αρχαία Ελλάδα έπρεπε να αντλήσουν παραδείγματα φιλοπατρίας και ηρωϊσμού. Επρεπε να τα μιμηθούν εάν ήθελαν να σωθούν. Εκείνοι οι αρχαίοι Ελληνες πρόγονοι, οι «ειδωλολάτρες», είχαν επιτελέσει θαυμάσια πράγματα σε κάθε τομέα. Το όνομά τους δεν ήταν πιά αποκρουστικό…».
«Ετσι δεν ήταν, ούτε συμπτωματικό ούτε και παράξενο ότι, ύστερα από το έτος 1204 μ.Χ., το όνομα Ελλην προβάλλεται πάλι ως Εθνικό. Λόγιοι, βασιλείς και άρχοντες αισθάνονται την ανάγκη να το χρησιμοποιούν και το επικαλούνται με πλήρη συνείδηση. Με αυτόν τον τρόπο ο Ελληνικός λαός ξανακερδίζει το εθνικό του όνομα και φαίνεται σαν ν’ ανακαλύπτει τον εαυτό του…»
Ο Αυτοκράτορας τής Νίκαιας, Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις, έγραψε ότι ήταν ενθουσιασμένος από την «επανανακάλυψη» και χρήση τής αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, την οποία σαφώς προτιμούσε από την επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα τής εποχής του :
«Αλλά τη Ελληνίδι διαλέξομαί σου διαλέκτω, ήν και μάλλον ησπασάμην ή το αναπνείν...» (Δηλαδή, ότι την αγαπά περισσότερο από την αναπνοή του!!!)
Ο ίδιος Ελληνολάτρης αυτοκράτορας, μένει «ενεός» θαυμάζοντας τά αρχαία μνημεία τής Περγάμου και εύλογα, τά θεωρεί «Ελληνικής μεγαλόνοιας μεστά και σοφίας ταύτης ινδάλματα…».
Αλλά και ο διάδοχός του, επίσης αυτοκράτορας τής Νίκαιας, Ιωάννης Γ’ ΔούκαςΒατάτσης, το έτος 1237, σε απαντητική επιστολή του προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ’, γράφει ότι :
«Εν τώ γένει των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει και από του γένους αυτών, το ταύτης ήνθησεν αγαθόν και εις τους άλλους διεδόθη.»
Η Αννα Δημητρίου γράφει ακόμη ότι, ειδικότερα οι «Λασκαρίδες» αυτοκράτορες τού Κράτους τής Νίκαιας, παράλληλα με τις ασταμάτητες πολεμικές τους επιχειρήσεις εναντίον τών Φράγκων κατακτητών τής Ελληνικής χερσονήσου και τού Αρχιπελάγους αλλά και τών Σελτζούκων Τούρκων τής Ανατολικής Μικράς Ασίας, βρίσκουν χρόνο και γιά έργα πνευματικά :
«Συλλέγουν αρχαία χειρόγραφα όλων των επιστημών και τεχνών, ιδρύουν δημόσιες βιβλιοθήκες, ανώτερες εκπαιδευτικές σχολές και φροντίζουν για την πνευματική ανάπτυξη τού Κράτους και τών υπηκόων τους…»
Ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του : «Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» (στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε), γράφει σχετικά :
«Κατά την πρώτη πολιορκία τής Θεσσαλονίκης (13831387) από τούς Τούρκους, ο ικανός και βαπτισμένος στα νάματα τής κλασσικής παιδείας, διοικητής της, ο πρίγκιπας Μανουήλ Παλαιολόγος, εγκαρδιώνει τούς κατοίκους της με ομιλία του, λέγοντάς τους ότι δεν είναι μόνο «Ρωμαίοι» («Ρωμιοί») δηλαδή κάτοικοι τού Ανατολικού Ρωμαϊκού (ή Βυζαντινού) κράτους αλλά και Ελληνες, εφ’ όσον είναι απόγονοι τών στρατιών τού Φιλίππου και τού Μεγάλου Αλεξάνδρου».
Αναφέρεται επίσης από αρκετούς ιστορικούς ότι, στα χρόνια τών Παλαιολόγων αναπτύχθηκε (μετά από πολλούς αιώνες…), η μελέτη τών μαθηματικών και τής αστρονομίας και πολλοί ΕλληνοΒυζαντινοί τής εποχής ασχολήθηκαν με τις εν γένει θετικές επιστήμες, συλλέγοντας το υλικό τους από τά αρχαία έργα τού Ευκλείδη και τού Πτολεμαίου καθώς και από Αραβικά και Περσικά συγγράμματα τά οποία βεβαίως στηρίζονταν σε αρχαίες Ελληνικές «πηγές».
Ακόμη, αρκετές ιατρικές πραγματείες (αυστηρά απαγορευμένες μέχρι τότε από το φανατισμένο Βυζαντινό ιερατείο…), ανήκουν στην περίοδο τών Παλαιολόγων, αναφέρεται μάλιστα ότι ένα Βυζαντινό εγχειρίδιο ιατρικής τού τέλους τού 13ου αιώνα, είχε μεγάλη απήχηση στην Ιατρική τής Δύσεως και διδάσκονταν στην Ιατρική Σχολή τών Παρισίων μέχρι τον 17ο αιώνα.
Παρατηρείται επίσης σοβαρή ενασχόληση και με την Νομολογία, «απαύγασμα» δε αυτής είναι ένα σπουδαίο νομοθετικό έργο, η πασίγνωστη «Εξάβιβλος» τού Κων/νου Αρμενόπουλου, δικαστού και νομομαθούς από την Θεσσαλονίκη, πού αποτελεί εμβριθή συλλογή από σημαντικά παλαιά νομοθετικά έργα γιά το Αστικό, το Ποινικό αλλά και το Αγροτικό δίκαιο.
( Μετά το μοιραίο έτος 1453, η «Εξάβιβλος» ευτυχώς διασώθηκε και διαδόθηκε στην Δύση, όπου μελετήθηκε γιά αιώνες ως βασική νομολογία τού δικαίου τών Ευρωπαϊκών κρατών.)
Εχουμε ακόμη, στην ίδια περίοδο, αναζωογόνηση τών τεχνών, τής συγγρα φής και τής ποίησης (σημαντικό δείγμα το περίφημο «Χρονικό τού Μωρέως» στην Ελληνική γλώσσα) αλλά και στην ζωγραφική, τέτοια ώστε ο ιστορικός Α.Βασίλιεφ να αποφαίνεται ότι, υπήρξε θεμελιώδης η επίδραση τού Βυζαντίου τών Παλαιολόγων στην αντίστοιχη Ιταλική τέχνη τής Αναγέννησης.
Απροσδόκητα λοιπόν, εκείνα τά 250 χρόνια μεταξύ τών δύο καταλήψεων τής Κωνσταντινούπολης (1204 και 1453), αποδεικνύονται αποφασιστικά γιά την βαθμιαία επανΕλληνοποίηση τών «Ρωμαιοβυζαντινών» πληθυσμών τού ευρύτερου Ελλαδικού χώρου.
Ολοι αυτοί είχαν υποστεί μακραίωνη και μεθοδευμένη «εξάλειψη ιστορικής μνήμης», ώστε να λησμονήσουν ότι ήσαν Ελληνες και να αυτοαποκαλούνται μόνο με το όνομα τών κατακτητών τής αρχαίας Ελλάδος, δηλαδή «Ρωμαίοι» και κατ’ εξέλιξιν «Ρωμηοί».
Δηλαδή (και αυτό δεν επιτρέπεται πλέον να αποκρύπτεται…), γιά λόγους θρησκειολογικούς/δογματικούς, είχαν υποστεί μιά ενσυνείδητα σχεδιασμένη, βίαιη και συστηματική αποκοπή από τις αρχαιοΕλληνικές προγονικές «ρίζες» τους, τις ιστορικές μνήμες τους γιά τις ένδοξες καταγωγικές τους αξίες αλλά το χειρότερο είχαν στερηθεί και την στοιχειώδη δυνατότητα τής ενασχολήσεώς τους με κάθε είδους εκπαίδευση στην φιλοσοφία, στις θετικές επιστήμες, στις καλές τέχνες, στον αθλητισμό κ.λπ. γιατί αυτές απαγορεύονταν και διαβάλλονταν από το φανατισμένο «πολυπολιτισμικό» (κάτι μάς θυμίζει αυτό…), Βυζαντινό χριστιανικό ιερατείο, ως «αιρετικές», «ειδωλολατρικές» και «παγανιστικές».
[ Παρομοίως στις ημέρες μας, αντίστοιχοι αργυρώνητοι σφογγοκωλάριοι πλανηταρχικών εξουσιαστικών κέντρων, προωθούν και πάλι, με εγκληματική επιπολαιότητα ως «πανάκεια εκσυγχρονισμού», την αποκοπή τών νέων Ελλήνων από τις προαιώνιες ιστορικές και πολιτισμικές μας ρίζες, διαβάλλοντας και συκοφαντώντας τούς αντιστεκόμενους πατριώτες, δηλαδή τούς εν αγωνία τελούντες πνευματικούς ανθρώπους αλλά και τους απλούς ενσυνείδητους πολίτες, οι οποίοι ανησυχούν και προβληματίζονται γιά τό μέλλον τής Πατρίδας και τού Ελληνικού λαού, ως …«σωβινιστές» και «ρατσιστές»!!! ]
Ομως τότε στην ιστορική εποχή πού εξετάζουμε, η αδήριτη αναγκαιότητα υπερασπίσεως τής ελευθερίας, τής ζωής και τής περιουσίας τών Ελληνογενών πληθυσμών, έναντι κατακτητών και επιδρομέων, οι οποίοι ήσαν επίσης Χριστιανοί, ε ί τ ε «Καθολικοί» (Φράγκοι, Βενετοί, Γενοβέζοι, Νορμανδοί) ε ί τ ε «Ορθόδοξοι» (Βούλγαροι, Σλαύοι κ.ά.), ανέδειξε και επέβαλλε έκτοτε τήν συσπείρωσή τους γύρω από ένα διαφοροποιημένο αξιακό «πόλο έλξεως».
Ο ιστορικός Α.Βασίλιεφ είναι κατηγορηματικός στην άποψη αυτή :
«Την εποχή τής πολιτικής και οικονομικής του παρακμής, ο Ελληνισμός εφαίνετο να συγκεντρώνει όλη του την ικμάδα για να δείξη την ζωτικότητα τού προγονικού κλασσικού πολιτισμού και για να προσφέρει ελπιδοφόρα σημεία για την μελλοντική Ελληνική Αναγέννηση τού 19ου αιώνος... Τίς παραμονές τής επερχόμενης καταστροφής, όλη η Ελλάς συγκέντρωνε την πνευματική της δραστηριότητα γιά να ρίξη την τελευταία θαυμάσια λάμψη της...».
Αλλωστε, εκτός από τά διασωζόμενα συγγράματα και τις περγαμηνές, ήσαν «παρόντα» και τά απανταχού εγκατεσπαρμένα αρχαία ερείπεια, καθώς και οι προφορικές γενηά πρός γενηά ιστορικές μνήμες, πού υπενθύμιζαν στούς «παραζαλισμένους» από τις αλλεπάλληλες δουλείες αιώνων, Ελληνικούς πληθυσμούς ότι κάποιοι μισοξεχασμένοι πρόγονοι, δημιούργησαν, δίδαξαν, αγωνίστηκαν, θυσιάστηκαν και δοξάστηκαν, στά ίδια αιματοποτισμένα χώματα.
Ο Ελληνας συγγραφέας Πασχάλης Κιτρομηλίδης, στο βιβλίο του «Ρήγας Βελεστινλής» (Εκδ. Βουλής τών Ελλήνων, σελ. 43), αναφέρει χαρακτηριστικά ότι :
«…Ο Ρήγας Φεραίος έδειχνε μεγάλη ευαισθησία για την φυσική ομορφιά τών γνωρίμων και αγαπητών του τοπίων αλλά και για τις αρχαιότητες που θύμιζαν στον σύγχρονο επισκέπτη την κλασσική κληρονομιά τής χώρας…»
Αποδεικνύεται δηλαδή ότι, εκείνες οι αρχαιότητες, δηλαδή τά ανεξίτηλα ιστορικά και πολιτισμικά «ίχνη» τών αρχαίων προγόνων μας, έπαιξαν καίριο ρόλο στην συνειδητοποίηση τού μετέπειτα κορυφαίου «βάρδου» τής εθνικής μας παλιγγενεσίας, γιά τήν αξία και το μεγαλείο τής πατρογονικής του Ελληνικότητας και επομένως την αναγκαιότητα τής αναβιώσεώς της στην συνείδηση τών νεώτερων Ελληνικών γενεών.
Γενών οι οποίες, ζώντας επί αιώνες στα σκοτάδια τής ημιμάθειας και τής δεισιδαιμονίας πού τους είχαν επιβάλλει η δογματική μισαλλοδοξία και η θεοκρατική τρομοκρατία τής Βυζαντινοκρατίας, είχαν εξαναγκασθεί να «αποποιηθούν» και σχεδόν είχαν απωλέσει την εθνική τους αυτογνωσία.
Γιά τό πόσο σημαντική μπορεί να είναι η αίσθηση τής εθνικής αυτογνωσίας, θα επικαλεσθούμε μιά δήλωση τού γνωστού Πανεπιστημιακού ΚαθηγητήΑρχαιολόγου Δημήτρη Παντερμαλή, ο οποίος είχε τονίσει με έμφαση (σέ τηλεοπτική εκπομπή), ότι η ανακάλυψη τών παγκόσμιας πολιτισμικής σημασίας αρχαολογικών ευρημάτων στό Δίον τής Μακεδονίας, απετέλεσε έντονο στοιχείο αίσθησης υπερηφανείας γιά τούς κατοίκους τής περιοχής.
Όπως βεβαίωνε ο Ελληνόψυχος καθηγητής, οι άνθρωποι αυτοί έδειχναν μέ τήν χαρά και τήν συμμετοχή τους ότι, μέσω τής ανακαλύψεως τών αρχαιολογικών Ελληνικών ευρημάτων τού τόπου τους, επιβεβαίωναν τίς «ρίζες» τους, δηλαδή ακριβώς τήν πολύτιμη εθνική τους ταυτότητα.
Επιβεβαιωτικά στοιχεία αυτής τής αδήριτης ανάγκης πού ενυπάρχει ανέκαθεν στον άνθρωπο, γιά την αναζήτηση και την επιβεβαίωση τής καταγωγικής του προέλευσης, είναι και τά αναφερόμενα από τον σημαντικό Ελληνα ιστορικόαρχαιολόγο Επαμ. Α. Βρανόπουλο, στο εξαιρετικό βιβλίο του, «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ Ν.ΓΑΛΛΙΑ» (Εκδοση Κ.Ε.Μ.Ε., Αθήνα 1993). Γράφει σχετικά ο Ε.Β. :
«…Στην νότια Γαλλία δεν αποκρύπτουν το ελληνικό παρελθόν τού τόπου τους. Στα τουριστικά βιβλία και έντυπα, με εμφαντικό λόγο αναφέρονται στην ύπαρξη και ακμή τών ελληνικών αποικιών Μασσαλίας, Νίκαιας, Μονοίκου (Μονακό), Ηράκλειας, Αντίπολης (Αντίμπ), Ρόδου (εξ’ ού και Ροδανός ποταμός), Ολβίας, Θυλίνης, Αρελάτης (Αρλ) και Αγάθης. Τεράστια υπήρξε η επίδραση τών πόλεων αυτών στον εκπολιτισμό τών Γαλατών.»
«Οι Γαλάτες δεν έμαθαν από τους Ελληνες αποίκους μόνο την καλλιέργεια τής αμπέλου και τής ελιάς αλλά και την ελληνική αρχιτεκτονική, τις τέχνες, το θέατρο, τους αθλητικούς αγώνες, την κοπή νομισμάτων, το οργανωμένο εμπόριο και την συμμετοχή στα κοινά, προπάντων.»
«Ο αρχαίος Ελληνας ιστορικός και γεωγράφος Στράβων, ονομάζει χαρακτηριστικά την Μασσαλία διδακτήριο τών Γαλατών, ο δε Γαλάτης συγγραφέας Πομπήϊος Τρώγος κάνει λόγο περί τού εξελληνισμού τών Γαλατών.»
«Οι σύγχρονοι Γάλλοι τής Μασσαλίας (και τών άλλων γαλλικών πόλεων της Ν.Γαλλίας) μαθαίνουν από την παιδική ηλικία τους στο σχολείο, πώς οι αρχαίοι Φωκαείς πρωτοεκπολίτισαν την Δυτική Ευρώπη και αισθάνονται πολύ υπερήφανοι για την απώτερη αρχαιοελληνική καταγωγή τους…»
Τό γεγονός ότι, οι δύο διάσημοι «σύγχρονοι» Γαλάτες, ο Αστερίξ και ο Οβελίξ (…) οι ήρωες τών πασίγνωστων «κόμικ» (από την Ελληνική λέξη «κωμικό»), προφανώς «δανείστηκαν» τά ονόματά τους από τις ελληνικές λέξεις «άστρον» ή «αστέρι» και «οβελίας» (με την αντίστοιχη ελληνική εννοιολογική σημασία τους, δηλαδή τής ευφυϊας τού ενός και τής γαστριμαργικής βουλιμίας τού άλλου…), αποκαλύπτει και επιβεβαιώνει αυτή την μετ’ υπερηφανείας παραδοχή εκ μέρους τού δημιουργού τους, τού διάσημου Γάλλου συγγραφέα Ρενέ Γκοσινύ, τής αρχαιοελληνικής τους πολιτισμικής καταγωγής.
Αλλωστε, το «μαγικό φίλτρο» πού έκανε τούς εν λόγω Γαλάτες πολεμιστές ακαταμάχητους στην αντίστασή τους κατά τών Ρωμαίων κατακτητών όχι τυχαία φέρεται να παρασκευάζεται από έναν «Δρυίδη», δηλαδή ένα διανοούμενο γνώστη και συνεχιστή τής αρχαιοελληνικής πολιτισμικής παράδοσης τής Γαλατίας, εφ’ όσον οι Δρυίδες, δηλαδή οι ιερείς τής δρυός (με αρχική προϊστορική «καθιέρωσή» τους στο Μαντείο τού Διός τής Ηπειρωτικής Δωδώνης), όπως βεβαιώνει ο Ιούλιος Καίσαρ, στο περίφημο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «De bello Gallico», μ ι λ ο ύ σ α ν και έ γ ρ α φ α ν Ελληνικά!!!
Με δεδομένο ότι, τόσο η Ελληνική όσο και Γαλατική «μυθολογία» δέχονται ως απώτερο γενάρχη τών Γαλατών (αλλά και τών Κελτών) τον αρχαίο Ελληνα υπερήρωα Ηρακλή, γίνεται προφανές ότι, το περίφημο «μαγικό φίλτρο», ήταν κατά τον Ρ.Γκοσινύ μεταφορικά ο ενωτικός άλλως ο συσπειρωτικός αντιστασιακός «καταλύτης» τών Γαλατών, δηλαδή, η παναρχαία ιστορική πατριωτική αυτογνωσία τους.
Αντίστοιχα λοιπόν, στην ιστορική εποχή πού ερευνούμε (δηλαδή αμέσως μετά την κατάκτηση τής Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, το έτος 1204 μ.Χ.), καθοριστικό στοιχείο αυτής τής ιστορικής επανΕλληνοποίησης τών ούτως ή άλλως Ελληνογενών πληθυσμών, υπήρξε το γεγονός ότι, σημαντικοί λόγιοι, διανοούμενοι και συγγραφείς τής εποχής εκείνης, εγκαταλείποντας την υπόδουλη πλέον «βασιλεύουσα», κατέφυγαν στις «αυλές» πού δημιουργήθηκαν στις περιφερειακές «Αυτοκρατορίες» τής Νίκαιας και τής Τραπεζούντας καθώς και στις αντίστοιχες τών «Δεσποτάτων» τής Ηπείρου και τού Μυστρά.
Εκεί, απαλλαγμένοι από τόν ασφυκτικό δογματικό έλεγχο τής κεντρικής αυτοκρατορικής και πατριαρχικής/εκκλησιαστικής εξουσίας, μπόρεσαν να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις τους, προσφέροντας πολύτιμο διδακτικό έργο και δημιουργώντας τούς πρώτους περιφερειακούς πυρήνες μιάς αναπάντεχης μορφωτικήςπολιτισμικής αφυπνίσεως τών τοπικών πληθυσμών, ιδιαίτερα τής Ηπείρου, τής πρόσω Μικράς Ασίας, τού Πόντου και τής Νοτίου Πελοποννήσου, όπου κυρίως ήκμασαν εκείνα τά αυτοτελή και ανεξάρτητα Ελληνοβυζαντινά Κράτη.
Με αυτό τον τρόπο και γι’ αυτό τον λόγο, «άνθισε» και «καρποφόρησε» μιά γνωστική επανελληνοποίηση τών γηγενών πληθυσμών τών περιοχών αυτών, δημιουργώντας ισχυρούς «πόλους» εθνικής επανασυνειδητοποίησης και ιστορικής αυτογνωσίας τους, πού αποδείχθηκαν απαραίτητοι στούς απελευθερωτικούς αγώνες πού επακολούθησαν εναντίον τών Λατίνων κατακτητών τής πατρίδας τους.
Ο Αγγλος Donald Mc Nicol παρατηρεί και εδώ εύστοχα :
«…Η εκ νέου ανακάλυψη τής κλασσικής παιδείας, η οποία (εύλογα) προβάλλονταν ως Ελληνικό μονοπώλιο, ασφαλώς δεν απέβλεπε στην καλλιέργεια τής αμοιβαίας κατανόησης Ελλήνων και Λατίνων.»

«…Για την ακρίβεια, η κλασσική αναγέννηση προέρχονταν, εν μέρει, από την αυξανόμενη αυτοσυνειδησία τού Ελληνισμού μεταξύ τών Βυζαντινών, από ένα αίσθημα υπερηφανείας (τών Ελληνικών πληθυσμών) ότι η, εκ μέρους τους, αποκλειστικότητα στήν «ιδιοκτησία» τής αρχαίας Ελληνικής κληρονομιάς, τούς ξεχώριζε από τούς άξεστους και αγράμματους Λατίνους.»
Και βεβαίως (συμπληρώνουμε εμείς) πολύ περισσότερο θα τούς ξεχώριζε και θα τούς διαφοροποιούσε «προστατευτικά» λίγο αργότερα, από τούς βάρβαρους Τούρκους δυνάστες τους, στα τετρακόσια χρόνια τής αφόρητης σκλαβιάς τους.
Είναι ενδεικτική περίπτωση αυτής τής παρηγορητικής (μέσα στην απελπισία τής θλιβερής καταρρεύσεως τής κεντρικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας) αλλά και ενθαρρυντικής (καθ’ όσον αφορά την αναγκαιότητα προβολής τής οργανώσεως αντιστάσεως ενάντια στους κατακτητές), επανΕλληνοποίησης τών μέχρι τότε «πολυπολιτισμικών» Βυζαντινών ότι, ακόμη και ο μέχρι τότε φανατικός ανθέλληνας Νικήτας ο Χωνιάτης επιφανής Βυζαντινός εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο οποίος (στίς ώρες που οι Φράγκοι και οι Βενετοί βρίσκονταν στα πρόθυρα τής κατάληψης τής Πόλης, το μοιραίο έτος 1204), απέδιδε την επερχόμενη συμφορά στην …«ψευδοπαρθένο τών Ελλήνων, την Αθηνά» (τέτοια μισαλλόδοξη τύφλωση διακατείχε το εκκλησιαστικό ιερατείο…), ανακαλύπτει εκ τών υστέρων την αξία τών αρχαίων Ελλήνων και εγκωμιάζει με δέος την σοφία τών αρχαίων Αθηναίων και τούς νόμους τού Σόλωνος.
Ο ίδιος παραδέχεται στο βιβλίο του «Τά μετά την Αλωσιν συμβάντα» ότι, η ιστορία και η φιλοσοφία είναι αποκλειστικό εύρημα τών αρχαίων Ελλήνων και ότι, ο ίδιος :
«…δεν μπορεί να χαρισθεί πλέον σε βαρβαρικές πράξεις
κατά τών έργων τών αρχαίων Ελλήνων π ρ ο γ ό ν ω ν τ ο υ…»
( Συσσωρευμένες αποκαλυπτικές «τύψεις αιώνων» γιά τά ανείπωτα εγκλήματα τής δογματικής Βυζαντινοκρατίας κατά τού προγονικού μας Ελληνισμού…)
Από όλα λοιπόν τά παραπάνω ιστορικά συγγράμματα και στοιχεία αλλά και την θεωρητική μας προσέγγιση και ανάλυσή τους, προκύπτει αβίαστα ότι δ ε ν ήταν μόνον η συνήθης υπερασπιστική αναγκαιότητα τών υλικών αγαθών, ο «συσπειρωτικός καταλύτης» εκείνης τής προβολής έντονης αντιστασιακής δράσεως στους δόλιους Λατίνους και στην συνέχεια στους Οθωμανούς επιδρομείς.
Γιά εμάς ο «καταλύτης» αυτός ήταν κυρίως η αντίστοιχη γνώση και η εγκόλπωση τών ένδοξων προγονικών αξιών (ιστορικών, πνευματικών και πολιτισμικών), πού συσπείρωνε έκτοτε τόσο αποφασιστικά τούς άνευ κεντρικής κρατικής εκπροσώπησης και βαλλόμενους από παντού Ελληνογενείς «Ρωμαϊκούς» πληθυσμούς, υπό τις άμεσες ηγεσίες τών τοπικών Ελληνοβυζαντινών αρχόντωνοπλαρχηγών τους.
Οι οποίοι άρχοντες (αν μή τι άλλο) ήσαν συμπατριώτες τους, όμαιμοι, ομόγλωσσοι, ομόδοξοι και ομότροποι, αγωνιζόμενοι πλέον μαζί τους γιά τά ίδια εγχώρια «κοινά και συμφέροντα» αλλά «τώρα» κ α ι στο όνομα τών αναδεικνυομένων μετά από αιώνες «σιωπής» κοινών αρχαιοΕλληνικών «πατρίων και ιερών».
Και βέβαια το φαινόμενο αυτό υπήρξε ευρύτερο, εφ’ όσον αντίστοιχοι τοπικοί άρχοντες/ήρωες Ελληνικής συνειδήσεως «αναδείχθηκαν» κατά τους ίδιους εκείνους χρόνους και εξ αιτίας τών ιδίων νομοτελειακών γεγονότων, σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Τέτοιοι λ.χ. υπήρξαν οι Καλλέργηδες, οι Μουσούροι και οι Χορτάτσηδες στην Κρήτη, ο Λέων Σγουρός, ο Βουτσαράς Δοξαπατρής, οι Βρανάδες και αργότερα, ο Μιχαήλ Ράλλης, ο Γρέζας Παλαιολόγος και ο Κορκόνδυλος Κλαδάς στην Πελοπόννησο και άλλοι πολλοί αλλού…
Επομένως (και «επαγωγικά») αποκαλύπτεται ότι, οι ιστορικές συγκυρίες συνήργησαν ώστε να εμφανισθούν «αναπάντεχα» τέτοιοι τοπικοί πολέμαρχοι ενσυνείδητοι τής μακραίωνης Ελληνικής καταγωγής τους και τής αναγκαιότητος υπερασπίσεως τών πατρίων όπως αναδείχθηκαν στην Ηπειρο και την Δυτική Μακεδονία (450 ολόκληρα χρόνια μετά τούς Ελληνοβυζαντινούς στρατηγούς Δαυϊδ Αριανίτη και Νικηφόρο Ουρανό…), οι κατ’ ευθείαν απόγονοί τους Γεώργιος ΑριανίτηςΚομνηνός και «Κόντης» Ουρανός ή «Ουρανοκόντης» αλλά και ο Ιωάννης Καστριώτης, πατέρας τού Σκεντέρμπεη, τού κορυφαίου όλων εκείνων τών μεσαιωνικών «επιμελέστατα» αγνώστων ηρωϊκών Ελλήνων προγόνων μας.
Η συγγραφέας Μαρία ΜιχαήλΔέδε, στο σημαντικό βιβλίο τής οποίας, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ» ήδη αναφερθήκαμε, μάς επεξηγεί :
«Η στρατολόγηση τών δυνάμεων τού Καστριώτη γίνονταν από το Ελληνικό στοιχείο κυρίως. Οι μη Ελληνες Αλβανοί είχαν ήδη κατά το πλείστον εξισλαμιστεί (και) οι εξισλαμισθέντες ξεπερνούσαν σε αγριότητα και μίσος τους ίδιους τους Τούρκους εναντίον τών Ελλήνων.
«…Αλλωστε, ένα μεγάλο τμήμα της Βόρειας (σημερινής) Αλβανίας βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών και ήταν φυσικό, εκείνοι πού δέχτηκαν τον Καστριώτη για αρχηγό τους και συνεπαναστάτησαν κατά τών Τούρκων, να μην είναι ούτε οι πιστοί τού Ισλάμ ούτε οι κατεχόμενοι από τους Ενετούς…».
Όπως λοιπόν μάς αποκαλύπτουν αξιόπιστα ιστορικά στοιχεία και συγγραφές, ο συγκεκριμένος επιφανής συμπολέμαρχος τού Σκεντέρμπεη, ο Γεώργιος ΑριανίτηςΚομνηνός, στα χρόνια τής κατάληψης από τους Τούρκους τής Θεσσαλονίκης (έτος 1430 μ.Χ. και μετέπειτα), ήταν επικυρίαρχος άρχοντας τών Σερβίων, σημαντικής «καστρόπολης» στήν Δυτική Μακεδονία. (Στίς δυτικές υπώρειες τού Ολύμπου, έναντι τής Κοζάνης).
Η πολυετής επανασταστική δράση του, καθώς και άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών τής εποχής του, στην περιοχή τής Δυτικής Μακεδονίας και τής Πίνδου, περιγράφονται από τον συγγραφέα Απόστ.Ε.Βακαλόπουλο, στο βιβλίο του «Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»  Θεσσαλονίκη 1985), ως εξής :
«Πρίν κιόλας από την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως, φαίνεται ότι παρατηρήθηκε και στη Δυτική Μακεδονία, άγνωστη ακόμη ως σήμερα στις λεπτομέρειές της (επαναστατική) αναταραχή, κατά την διάρκεια τής οποίας, μεγάλα τμήματα τής περιοχής αυτής, κατόρθωσαν κιόλας να αποτινάξουν γιά μερικά χρόνια τον Τουρκικό ζυγό…».
Όλα δε αυτά, παρά το γεγονός ότι οι Οθωμανοί, εκμεταλλευόμενοι τις ατελείωτες δυναστικές διαμάχες, οι οποίες επακολούθησαν τήν κατάρρευση τού Ελληνοβυζαντινού Δεσποτάτου τής Ηπείρου (μεταξύ τής φεουδαρχικής Ιταλικής οικογένειας τού άρχοντα τής Κεφαλληνίας, Καρόλου Τόκκου, τών Ηπειρωτικών/Αρβανίτικων «πατριών» Σπάτα και Λιόσα αλλά και τών Σέρβων επιγόνων τού Στέφανου Ντουσάν) και ταλάνισαν την Ηπειρο και την Δυτική Μακεδονία επί ογδόντα περίπου χρόνια (από το έτος 1350 έως το 1430), κατέλαβαν, μετά από πολύμηνη πολιορκία, τήν Θεσσαλονίκη, εν συνεχεία δε «αμαχητί» τά Γιάννινα καθώς και τις γύρω τους πεδινές και ευπρόσβλητες περιοχές.

Η Αρτα, πού αντιστάθηκε γιά μερικά χρόνια ακόμη στις Τουρκικές επιθέσεις από ξηράς, τελικά κατελήφθη το έτος 1449, όταν ισχυρός Οθωμανικός στόλος, υπό τόν αρχιναύαρχο ΦαϊκΠασά, εισχώρησε στον Αμβρακικό κόλπο και την απέκλεισε. (Γιάννη Τσούτσινου, «Αρτινά Ιστορικά Θέματα», Αρτα 2001.
Ετσι λοιπόν, στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (από τό έτος 1434 και σχεδόν γιά μιά 5ετία), ο Ελληνας πολέμαρχος Γεώργιος ΑριανίτηςΚομνηνός, με ορμητήριο το σπουδαίο φρούριο τών Σερβίων, αντιστέκεται γενναία στήν Τουρκική λαίλαπα, μέχρι πού ηττήθηκε σέ άνιση μάχη και αναγκάστηκε να δηλώσει (προσωρινή) υποταγή στους Οθωμανούς.
Τιμώντας όμως την μακραίωνη πολεμική γενιά από την οποία κατάγονταν, όταν ο Γεώργιος Καστριώτης κάλεσε, τον Νοέμβριο 1443 στην Λισσό, τούς τοπικούς ηγεμόνες τής Ηπείρου να συμμετάσχουν στην επανάστασή του, ο Γεώργιος Αριανίτης, επικυρίαρχος τότε τής περιοχής πού έχει επίκεντρο το σημερινό Ελβασάν (εκτεινόμενη από Δυτικά στις εκβολές τού ποταμού Σκούμπη στην Αδριατική θάλασσα και Ανατολικά μέχρι τήν λίμνη Οχρίδα), παρά τήν προχωρημένη ηλικία του, δεν δίστασε νά συνταχθεί ολόψυχα μαζί του, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες και συνεισφέροντας αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις.
Επί πλέον, μία από τις διάσημες γιά την καλλονή τους εννέα (9) θυγατέ ρες του, την περίφημη ΑνδρονίκηΜαρίνα Αριανίτη («Ντόνικα» γιά τούς σημερινούς Αλβανούς), παντρεύτηκε ο «Σκεντέρμπεης» την 26η Απριλίου 1451 και απέκτησε μαζί της, το έτος 1456, τόν μονογενή γυιό του, Ιωάννη Καστριώτη τον νεώτερο. [ Ιδέτε, Fan S. Noli: «HISTORIA E SKENDERBEUΤ» (Kryezotitte Arberise 14051468, Εκδ. 2004, σελ. 7073) ]
Είναι επομένως πρόδηλο ότι, την ίδια Ελληνική καταγωγή καθώς και ικανή συνείδηση γιά τήν μακραίωνη ιστορική αξία της διέθεταν οι περισσότεροι από τούς λοιπούς συμμαχητές τού «Σκεντέρμπεη» με τά ακραιφνώς Ελληνικά ονοματεπώνυμα, θεωρούμε δε ότι, αυτό ήταν το ιδιαίτερο στοιχείο πού δρο μολόγησε μιά επανάσταση τέτοιας δυναμικότητας και τόσο πρωτόφαντης χρονικής διάρκειας.
Επανάσταση όπου, τόσο οι ηγέτες όσο και οι απλοί μαχητές ήσαν κατά την παμψηφία τους τέκνα τών καταδιωγμένων Ελληνικών και Αλβανικών χριστιανικών πληθυσμών (Ορθοδόξων ή «Ουνιτών» άλλως «Γραικοχριστιανών», δηλαδή Ορθοδόξων οι οποίοι εκκλησιαστικά αναγνώριζαν το «πρωτείο» τού Πάπα), πού μάχονταν όπως οι αρχαίοι πρόγονοί τους, γιά την ελευθερία τής ίδιας τής πατρίδας τους και όχι πλέον γιά την υπεράσπιση και προστασία ενός μακρινού και ουσιαστικά αδιάφορου γι’ αυτούς αυταρχικού κέντρου εξουσίας (δηλαδή τού Βυζαντίου), το οποίο τους αντιμετώπιζε επί αιώνες ως ύποπτους «αιρετικούς» και ανυπότακτους «φοροδιαφεύγοντες» (…)
Πολύ περισσότερο μάλιστα διότι, την υπεράσπιζαν από την εισβολή και κατάκτηση, εκ μέρους μιάς φυλής αδηφάγα επεκτατικής και «γονιδιακά» ληστρικής και ανελέητης, όπως «επιμελώς» απέδειξαν ότι ήσαν (και «μετ’ υπερηφανείας» εξακολουθούν να είναι και σήμερα…), οι αδιόρθωτα βάρβαροι και αιμοχαρείς Τούρκοι.
Ολοι εκείνοι οι αγωνιστές τής ελευθερίας πού είχαν καταφύγει όπως διαπιστώσαμε στούς δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους τής ευρύτερης Ηπείρου και τής βορειοδυτικής Μακεδονίας, όχι μόνο υπεράσπιζαν τά πάτρια αλλά είχαν αποκτήσει (λιγότερο ή περισσότερο) συνείδηση τής αξίας και τής υπεροχής αυτών τών πατρίων, από τά προσφερόμενα εκμαυλιστικά «αγαθά» τού εξισλαμισμού και τής υποταγής στούς Οθωμανούς Τούρκους δυνάστες.
Ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του οποίου ήδη αναφερθήκαμε, περιγράφει και τά εξής :
«Ιδού μια πολύτιμη μαρτυρία τού λόγιου και θερμού πατριώτη Ιανού Λάσκαρη, βιβλιοθηκάριου τού Lorenzo dei Medici τής Φλωρεντίας, για τις κεντρικές και βόρειες Ελληνικές χώρες, πού διατρέχει Αρτα, Ακαρνανία, Θεσσαλία και Μακεδονία, στά τέλη τού 15ου αιώνα, αναζητώντας Ελληνικά χειρόγραφα, σχεδόν 40 χρόνια μετά την Αλωση.»
«Μαρτυρία πού την βρίσκουμε στο μικρό σημειωματάριό του όπου, καταγράφοντας μία φράση πού έχει μεγάλη σημασία…, δηλώνει την τεράστια εντύπωση πού τού κάνει η στάση τών ορεσίβιων Ελλήνων απέναντι τών κατακτητών.»
«Στις περισσότερες ορεινές χώρες, γράφει, (ο Ιανός Λάσκαρης) οι Τούρκοι φοβούνται να ξεμυτίσουν ...σε μερικές από αυτές οι Ελληνες δεν θέλουν να πληρώσουν οτιδήποτε και πολλές φορές μάλιστα, κάνουν και επιθέσεις…».


Η ιστορία διδάσκει (ιδιαίτερα δε η μακραίωνη Ελληνική ιστορία) ότι οι μαχόμενοι ενσυνείδητα, επιτελούν κατορθώματα απρόβλεπτα και απροσδόκητα γιά την κοινή λογική.
Επομένως, τα στοιχεία αφ’ ενός τής εθνικής αυτογνωσίας και αφ’ ετέρου τής ενσυνείδητης υπερασπίσεως τού ύψιστης σημασίας προστατευομένου αγαθού πού συνοψίζεται στην λέξη/έννοια «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», ήταν αυτά πού «λειτούργησαν» καταλυτικά εις βάρος τών αριθμητικών δεδομένων, όπως ακριβώς συνέβη και στά πανάρχαια χρόνια, στον Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες και στην Σαλαμίνα αλλά και στα νεώτερα χρόνια, με τους μοναδικούς σε ηρωϊσμό πολεμικούς αγώνες μιάς «δράκας» Σουλιωτών και αυταπόδεικτα κατά την μεγάλη επανάσταση τού 1821.
Αποδεικνύεται λοιπόν ότι, είναι παντελώς αβάσιμες οι «μετ’ επιμονής» υποστηριζόμενες θεωρίες (από διάφορους «καλοθελητές»…) γιά το, δήθεν, «κομμένο νήμα» τής αρχαιοΕλληνικής ιστορικής και φυλετικής συνέχειας και συνειδητότητος, μετά τούς μακρούς αιώνες τής δουλοκτητικής Ρωμαιοκρατίας και τής θρησκόληπτης ΧριστιανικήςΒυζαντινής αποΕλληνοποίησης, γιατί το «νήμα» αυτό ευτυχώς ουδέποτε υπήρξε κομμένο.
Αλλωστε, εάν αυτό είχε όντως συμβεί κατά τις ανωτέρω μακραίωνες περιόδους τής ανύπαρκτης εθνικής κρατικής εκπροσωπήσεως τών Ελλήνων, (Ρωμαιοκρατία/Βυζαντινοκρατία), τα επί πλέον τετρακόσια χρόνια τής βαρύτατης ΟθωμανικήςΤουρκικής σκλαβιάς τού Ελληνισμού, θα ήταν και η τελεσίδικη «ταφόπλακά» του, αφού οι κάτοικοι τού Ελλαδικού χώρου, θα είχαν μέν επιβιώσει ως ευσεβείς Χριστιανοί («ιδιότητα» η οποία σπάνια έως ελάχιστα παραπέμπει σε ηρωϊκές αντιστάσεις και εθνικές παλιγγενεσίες…) αλλά όχι και ως Ελληνες, με συνείδηση τής ένδοξης πανάρχαιας εθνικής καταγωγής τους.
Όμως, τά ιστορικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι, η μοναδική, σε χρονολογικό βάθος, γεωγραφικό εύρος και πολιτισμική επιρροή Ελληνικότητα, με στέρεο διαχρονικό «όχημα» τήν ανεπανάληπτη Ελληνική γλώσσα και γραφή, διατηρήθηκε ακέραια και αλώβητη σε συγκεκριμένα «σημαδιακά» ορεινά και απρόσιτα μέρη και σε διάφορες εποχές, μέσω συγγραφέωνποιητών, μουσικώντραγουδοποιών, φιλοσόφωνδιανοητών, φωτισμένων ιεραρχών, εμπόρωνευργετών, κυρίως όμως, μέσω τής ένοπλης αντιστάσεως ενσυνείδητων επαναστατώνπολεμιστών, τών περίφημων καπεταναίων ή «αρματωλών» και «κλεφτών».
Ολοι αυτοί από κοινού, συντήρησαν επί αιώνες, με τούς αγώνες, τά έργα και τις θυσίες τους, τήν συλλογική μνήμη τών υπόδουλων Ελλήνων γιά την ιστορικότητα και την πολιτισμική αξία τής καταγωγής τους αλλά και «συνδαύλιζαν» τον πόθο τους να την διαφυλάξουν, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία τους όπως και οι αρχαίοι πρόγονοί τους «μέχρι θανάτου», ακριβώς γιατί συνειδητοποιούσαν όπως και εκείνοι την αξία της, ως μέγιστου αγαθού.
Στήν συνέχεια τού βιβλίου μας, θα εστιάσουμε την έρευνά μας σε συγκεκριμένα γεγονότα και πρόσωπα, τών οποίων η ύπαρξη και η προσφορά είχαν αυτό τον σημαντικό ρόλο στην διάσωση και την εκ νέου, μετά από αιώνες «σιωπής», ανάδειξη και διατήρηση τής Ελληνικότητας (μέσα από την γνώση και την συνείδηση τους γι’ αυτήν) τών κατοίκων τού ΕλλαδικούΒαλκανικού χώρου, με ιδιαίτερη επικέντρωση τήν περιοχή τής ευρύτερης Ηπείρου, εκεί όπου διαδραματίστηκε η άγνωστη στούς σύγχρονους Ελληνες, πολύχρονη πολεμική εποποιία τού στρατηλάτη Γεωργίου Καστριώτη και τών αρειμάνιων συμπολεμιστών του.
Και τούτο, όχι μόνο γιατί τά απρόσιτα βουνά, τά επικίνδυνα φαράγγια και τά «φονικά περάσματά» της, υπήρξαν τά ένδοξα πεδία μαχών τού «Σκεντέρμπεη» αλλά και γιατί, η ενιαία Ηπειρος και η Δυτική Μακεδονία, υπό την ευρύτερη Ελληνική εδαφική έννοιά τους (και όχι την σημερινή αυθαίρετα διαιρεμένη…), αποτέλεσαν από τά πανάρχαια χρόνια μέχρι τις ημέρες μας, περισσότερο από κάθε άλλη «επί μέρους» πατρίδα τών Ελλήνων, το λίκνο μιάς αδιάκοπης αγωνιστικής και δημιουργικής προσφοράς θυσίας τών τέκνων της, στόν διαχρονικό Ελληνισμό.
Προσφοράς και θυσίας άκρως πολύτιμης και απαραίτητης, προκειμένου γνωρίζοντάς την ν’ αντιμετωπίσουμε με ακλόνητα επιχειρήματα, ως ενσυνείδητο Εθνος, τις σύγχρονες πολλαπλές και ποικίλες δόλιες και υποβολιμαίες προθέσεις αμφισβήτησης και υπεξαίρεσης τού βόρειου (και όχι μόνο…) εθνικού μας χώρου και τής ιστορικής  πολιτισμικής μας κληρονομιάς.



 

Σήμερα είναι:

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Συνδεδεμένοι τώρα:

Έχουμε 16 επισκέπτες συνδεδεμένους

Αυτόματη Μετάφραση

Greek English French German Italian

Γίνε μέλος



RocketTheme Joomla Templates